• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΕΚΤ: Η κρίση χρέους της Γαλλίας επηρεάζει την κούρσα για τη διαδοχή της Λαγκάρντ
15:41 - 25 Οκτ 2026

ΕΚΤ: Η κρίση χρέους της Γαλλίας επηρεάζει την κούρσα για τη διαδοχή της Λαγκάρντ

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Η κρίση δημόσιου χρέους στη Γαλλία αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για την επιλογή του επόμενου προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), καθώς τα σενάρια πρόωρης αποχώρησης της Κριστίν Λαγκάρντ συμπίπτουν με την αυξανόμενη αναταραχή στην αγορά κρατικών ομολόγων.  

Όπως αναφέρει το Bloomberg, η συζήτηση γύρω από τη διαδοχή της Λαγκάρντ επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην ικανότητα των υποψηφίων να διαχειριστούν μια ενδεχόμενη χρηματοπιστωτική κρίση. Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο πρώην κεντρικοί τραπεζίτες, ο Ολλανδός Κλάας Κνοτ και ο Ισπανός Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος, οι οποίοι συγκαταλέγονται στους βασικούς διεκδικητές της θέσης.

Η εντεινόμενη πίεση στα γαλλικά ομόλογα, σε συνδυασμό με το πολιτικό αδιέξοδο στο Παρίσι και το αυξημένο ενεργειακό κόστος, ενισχύει τις ανησυχίες ότι η ΕΚΤ μπορεί να χρειαστεί να παρέμβει, προκειμένου να αποτρέψει την αποσταθεροποίηση των αγορών.

Πηγές που γνωρίζουν τις σχετικές διαβουλεύσεις ανέφεραν στο Bloomberg ότι οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης δίνουν πλέον μεγαλύτερη έμφαση στην αξιοπιστία, το κύρος και την αποφασιστικότητα των υποψηφίων, ιδίως στην ικανότητά τους να διαχειρίζονται δύσκολες καταστάσεις υπό συνθήκες έντονης πίεσης.

Η Γαλλία και το δίλημμα της παρέμβασης

Η αδυναμία της γαλλικής κυβέρνησης να εξασφαλίσει την έγκριση του προϋπολογισμού, σε συνθήκες εκτεταμένων διαδηλώσεων και κοινωνικής αναταραχής, έχει εντείνει τις ανησυχίες των επενδυτών για τη δημοσιονομική κατάσταση και τις προοπτικές της χώρας.

Η αύξηση των αποδόσεων των γαλλικών κρατικών ομολόγων επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο ενεργοποίησης των διαθέσιμων εργαλείων της ΕΚΤ, με στόχο να περιοριστεί ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης στις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης.

«Εάν υπάρξει κατάρρευση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να παρέμβουν. Το ερώτημα για κάθε πρόεδρο είναι πώς και πόσο γρήγορα», επισημαίνει ο Πίτερ Πρε, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ.

Ο ίδιος τονίζει, ωστόσο, ότι κάθε τέτοια κίνηση θα πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρούς όρους. Στόχος είναι να διαφυλαχθεί η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και να αποτραπεί το ενδεχόμενο η νομισματική πολιτική να υποταχθεί στις χρηματοδοτικές ανάγκες των κυβερνήσεων.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις των κρατών-μελών εξακολουθούν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη συζήτηση. Η Γαλλία τάσσεται υπέρ ενός προέδρου που θα είναι διατεθειμένος να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για τη σταθεροποίηση των αγορών, με σημείο αναφοράς τη δέσμευση του Μάριο Ντράγκι το 2012 ότι θα κάνει «ό,τι χρειαστεί» για να διασώσει το ευρώ.

Στον αντίποδα, χώρες όπως η Γερμανία επιμένουν ότι οποιαδήποτε παρέμβαση της ΕΚΤ πρέπει να πραγματοποιείται υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ώστε να αποφεύγεται η ανάληψη κινδύνων που κανονικά αναλογούν στις εθνικές κυβερνήσεις.

Οι δύο βασικοί διεκδικητές

Ο 59χρονος Κλάας Κνοτ διετέλεσε διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας από το 2011 έως το 2025, ενώ την περίοδο 2021-2025 βρέθηκε στο τιμόνι του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB).

Αν και στην αρχή της πορείας του είχε συνδεθεί με μια αυστηρή προσέγγιση στη νομισματική πολιτική, με την πάροδο του χρόνου υιοθέτησε πιο ευέλικτη στάση.

Σε πρόσφατη μελέτη του για το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Πίτερσον, περιγράφει την εξέλιξη των απόψεών του από τον αρχικό σκεπτικισμό προς έναν «πραγματισμό αρχών», εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους αποδέχθηκε τη δημιουργία νέων εργαλείων παρέμβασης από την ΕΚΤ.

Ειδικότερα, αναφερόμενος στο Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης της Νομισματικής Πολιτικής (Transmission Protection Instrument – TPI), εξήγησε ότι η αποδοχή του δεν βασίστηκε σε κάποια γενικότερη υποστήριξη του νομισματικού ακτιβισμού. Αντίθετα, υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να αποτραπεί ο κατακερματισμός των χρηματοπιστωτικών αγορών, ο οποίος θα μπορούσε να υπονομεύσει την ενιαία εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.

Από την πλευρά του, ο 54χρονος Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος κατέχει σήμερα τη θέση του γενικού διευθυντή της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS). Προηγουμένως, είχε διατελέσει διοικητής της Τράπεζας της Ισπανίας από το 2018 έως το 2024, καθώς και πρόεδρος της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία.

Η προσέγγισή του στη νομισματική πολιτική θεωρείται περισσότερο διαλλακτική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συγκαταλέγεται στους ένθερμους υποστηρικτές των επιθετικών παρεμβάσεων στις αγορές.

Σε ομιλία του μέσα στον Οκτώβριο, υπογράμμισε ότι οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να παρεμβαίνουν όταν οι δυσλειτουργίες στις αγορές απειλούν είτε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είτε την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι σε περιβάλλον υψηλού δημόσιου χρέους και αυξημένων χρηματοδοτικών αναγκών, ακόμη και μια παρέμβαση που έχει σχεδιαστεί με προσοχή μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση στήριξη της δημοσιονομικής πολιτικής μιας κυβέρνησης.

Περισσότερες οι ομοιότητες παρά οι διαφορές

Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες τους, οι δύο υποψήφιοι παρουσιάζουν περισσότερα κοινά στοιχεία παρά ουσιαστικές αποκλίσεις. Αμφότεροι έχουν διατελέσει μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, είναι κάτοχοι διδακτορικών τίτλων στα οικονομικά και διαθέτουν πολυετή εμπειρία τόσο στη χάραξη της νομισματικής πολιτικής όσο και στη διαχείριση ζητημάτων χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

«Δεν βλέπω σημαντικές ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους», αναφέρει ο Εμανουέλ Μενς, συνδιευθυντής του Κέντρου Κεντρικής Τραπεζικής στη Φρανκφούρτη, ο οποίος έχει εργαστεί στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και στην Μπούντεσμπανκ.

Εάν τελικά επιλεγεί ένας από τους δύο, θα γίνει ο νεότερος πρόεδρος στην ιστορία της ΕΚΤ.

Η συγκεκριμένη διαδικασία διαδοχής διαφοροποιείται από προηγούμενες, στις οποίες η αντιπαράθεση επικεντρωνόταν κυρίως στη σύγκρουση ανάμεσα στους υποστηρικτές της αυστηρής νομισματικής πειθαρχίας και σε εκείνους που προτιμούσαν μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση.

Αυτή τη φορά, σύμφωνα με το Bloomberg, το βάρος μετατοπίζεται από τις ιδεολογικές διαφορές στην προσωπική ικανότητα των υποψηφίων να λαμβάνουν δύσκολες αποφάσεις, όταν οι αγορές βρίσκονται υπό πίεση και οι πολιτικές ισορροπίες είναι εύθραυστες.

Το χρονοδιάγραμμα και η «μεγάλη συμφωνία»

Η Κριστίν Λαγκάρντ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να αποχωρήσει από την προεδρία της ΕΚΤ πριν από τη λήξη της θητείας της, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει προσδιορίσει συγκεκριμένη ημερομηνία. Στους ευρωπαϊκούς κύκλους, ωστόσο, κερδίζει έδαφος η εκτίμηση ότι η αποχώρησή της θα μπορούσε να γίνει τον Ιανουάριο.

Εάν επαληθευτεί αυτό το σενάριο, η συνεδρίαση της ΕΚΤ που πραγματοποιείται αυτή την εβδομάδα θα είναι η προτελευταία υπό την προεδρία της.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει ήδη πραγματοποιήσει συναντήσεις και με τους δύο βασικούς υποψηφίους. Την περασμένη εβδομάδα συνομίλησε με τον Ερνάντες ντε Κος, ενώ νωρίτερα μέσα στον μήνα είχε συναντηθεί με τον Κνοτ.

Την ίδια στιγμή, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης αποφάσισαν να παρατείνουν έως τις 27 Νοεμβρίου την προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων για την αντικατάσταση της Ιζαμπέλ Σνάμπελ στο Εκτελεστικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Η νέα ημερομηνία αντικαθιστά την προηγούμενη προθεσμία της 28ης Οκτωβρίου.

Η παράταση ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια ευρύτερη διαπραγμάτευση για την κατανομή των κορυφαίων θέσεων στην κεντρική τράπεζα, πέρα από την επιλογή του επόμενου προέδρου.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά του Έλληνα πρωθυπουργού σε μια «μεγάλη συμφωνία» (grand bargain), η οποία θα αφορά την προεδρία και δύο ακόμη θέσεις στην ΕΚΤ.

Η προειδοποίηση του Ντράγκι

Τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει ο επόμενος πρόεδρος της ΕΚΤ ανέδειξαν και οι πρόσφατες δηλώσεις του Μάριο Ντράγκι.

Ο πρώην πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας προειδοποίησε ότι η δημόσια συζήτηση στη Γαλλία γύρω από το ενδεχόμενο στήριξης της χώρας από την ΕΚΤ καθιστά ακόμη δυσκολότερη οποιαδήποτε παρέμβαση.

«Η ΕΚΤ, υποθέτω, δεν θέλει να αποτελεί μέρος των πολιτικών αντιπαραθέσεων σε καμία συγκεκριμένη χώρα», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Για τον διάδοχο της Λαγκάρντ, επομένως, η πρώτη μεγάλη δοκιμασία ενδέχεται να μην αφορά την κατεύθυνση των επιτοκίων, αλλά τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσει μια πιθανή κρίση στην αγορά κρατικού χρέους της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης.