Ενώ η προσοχή των αγορών είναι στραμμένη στα δημοσιονομικά προβλήματα της Γαλλίας και στις αναταράξεις στην αγορά ομολόγων, τα στοιχεία που αναμένεται να δημοσιευθούν την Παρασκευή εκτιμάται ότι θα καταδείξουν επιβράδυνση της ανάπτυξης στην ευρωζώνη κατά το τρίτο τρίμηνο. Την ίδια στιγμή, οι ενδείξεις από τις μεγαλύτερες οικονομίες της περιοχής δεν υποδηλώνουν σαφή επιτάχυνση του πληθωρισμού τον Οκτώβριο, περιορίζοντας την πίεση για άμεση νομισματική παρέμβαση.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Bloomberg, η οικονομική ανάπτυξη στην ευρωζώνη αναμένεται να διαμορφωθεί στο 0,2% το τρίτο τρίμηνο, έναντι 0,6% το δεύτερο τρίμηνο. Η προηγούμενη επίδοση είχε ενισχυθεί σημαντικά από τα ιδιαίτερα υψηλά στοιχεία ανάπτυξης στην Ιρλανδία. Παράλληλα, ξεχωριστές έρευνες δείχνουν ότι δεν καταγράφεται σαφής ανοδική μεταβολή του πληθωρισμού στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης.
Ασθενέστερη δυναμική και αυξημένοι κίνδυνοι για την ανάπτυξη
Η ανθεκτικότητα που επέδειξε η ευρωπαϊκή οικονομία από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν ενδέχεται πλέον να υποχωρεί, καθώς η επιχειρηματική δραστηριότητα εμφανίζει ενδείξεις επιβράδυνσης. Παρά το γεγονός ότι η οικονομία της ευρωζώνης εξακολουθεί να επιδεικνύει σχετική αντοχή, οι προοπτικές παραμένουν αβέβαιες.
Η Σιμόνα Ντέλε Κιάιε, επικεφαλής οικονομολόγος για την ευρωζώνη στη Bloomberg Economics, επισήμανε ότι το βασικό ερώτημα αφορά την πορεία της οικονομίας τους επόμενους μήνες.
«Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι τι θα ακολουθήσει», δήλωσε, προειδοποιώντας ότι «καθώς ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός και οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες γίνονται σημαντικά πιο αυστηρές, οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη αυξάνονται».
Η παραγωγή κατά το διάστημα Ιουλίου-Σεπτεμβρίου επηρεάστηκε από μια σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων οι καύσωνες του καλοκαιριού, η χαμηλή στάθμη των υδάτων σε σημαντικές πλωτές οδούς και η απότομη αύξηση των διεθνών αποδόσεων των ομολόγων.
Έκτοτε, το οικονομικό περιβάλλον έχει επιβαρυνθεί περαιτέρω, με τη Γαλλία να βρίσκεται αντιμέτωπη με μαζικές διαδηλώσεις και εντεινόμενες ανησυχίες για τη δημοσιονομική της κατάσταση. Παράλληλα, η επιχειρηματική δραστηριότητα στον ιδιωτικό τομέα της χώρας συρρικνώθηκε τον Οκτώβριο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Carrefour SA προειδοποίησε ότι οι λεηλασίες σε διάφορες περιοχές της Γαλλίας θα έχουν σημαντική αρνητική επίδραση στις επιδόσεις της. Οι μετοχές της αλυσίδας σούπερ μάρκετ κατέγραψαν, μάλιστα, τη χειρότερη εβδομαδιαία επίδοσή τους από την περίοδο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Η Γερμανία παραμένει στάσιμη παρά τις κρατικές δαπάνες
Στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, η εικόνα εμφανίζεται σχετικά βελτιωμένη έπειτα από αρκετά χρόνια δυσκολιών, με τις αυξημένες κρατικές δαπάνες να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, σύμφωνα με την Bundesbank, η γερμανική οικονομία πιθανότατα παρέμεινε στάσιμη κατά το τρίτο τρίμηνο.
Η εικόνα του πληθωρισμού είναι πιο σύνθετη, καθώς οι τιμές εκτιμάται ότι οδεύουν προς το 4% πριν από το τέλος του έτους. Μέρος των μεταβολών αποδίδεται, ωστόσο, στην έκπτωση στον φόρο καυσίμων που εφαρμόστηκε στη Γερμανία, ενώ οι αναλυτές αναμένουν παράλληλα επιβράδυνση του πληθωρισμού στην Ισπανία.
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και τις εκτιμήσεις τους, οι οικονομολόγοι θεωρούν ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων τον Δεκέμβριο, η οποία θα είναι η τρίτη και τελευταία στον συγκεκριμένο κύκλο, αντί να προχωρήσει σε νέα αύξηση αυτή την εβδομάδα. Για την επικείμενη συνεδρίαση, το επιτόκιο καταθέσεων αναμένεται να παραμείνει στο 2,5%.
Οι αισιόδοξες εκτιμήσεις και ο κίνδυνος νέας ενεργειακής πίεσης
Δεν συμμερίζονται όλοι οι αναλυτές την ίδια επιφυλακτικότητα για την πορεία της ανάπτυξης. Η BNP Paribas εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή οικονομία διατήρησε την ανθεκτικότητά της και κατά το τρίτο τρίμηνο, εφόσον εξαιρεθούν τα ευμετάβλητα στοιχεία της Ιρλανδίας. Ως παράγοντα στήριξης αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη χαμηλή ανεργία.
Από την πλευρά της, η Bundesbank προβλέπει ότι θα ακολουθήσει «αισθητή» ανάπτυξη στη Γερμανία. Ωστόσο, οι ανησυχίες για τις προοπτικές της οικονομίας παραμένουν, καθώς οι ενεργειακές ελλείψεις συγκαταλέγονται στους κινδύνους που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν την ευρωπαϊκή δραστηριότητα.
Ο Γενς Άιζενσμιτ, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη στη Morgan Stanley, προειδοποίησε ότι δεν διαφαίνεται άμεση λύση στην ενεργειακή κρίση.
«Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια γρήγορη λύση στην ενεργειακή κρίση βραχυπρόθεσμα και, δεδομένων των χαμηλών επιπέδων αποθεμάτων φυσικού αερίου στη Γερμανία, ενδέχεται να χρειαστεί ακόμη και να εξετάσουμε τον κίνδυνο επιβολής δελτίου στην κατανάλωση, εάν ο χειμώνας είναι ψυχρός», δήλωσε.
Η πιθανότητα νέων ενεργειακών πιέσεων δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, καθώς θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος και να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα.
Οι αποδόσεις των ομολόγων δυσχεραίνουν τις συνθήκες χρηματοδότησης
Πρόσθετη πηγή ανησυχίας αποτελούν οι εξελίξεις στην αγορά κρατικών ομολόγων. Στη Γαλλία, το πρόσθετο επιτόκιο που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατούν δεκαετή γαλλικά ομόλογα αντί των αντίστοιχων γερμανικών έχει φτάσει σε επίπεδα που είχαν καταγραφεί τελευταία φορά κατά την ευρωπαϊκή κρίση χρέους.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε νωρίτερα μέσα στον μήνα ότι οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν αυξηθεί «σημαντικά» σε σχέση με τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου.
Η άνοδος των αποδόσεων αυξάνει το κόστος δανεισμού για κράτη και επιχειρήσεις, επιβαρύνοντας τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Παράλληλα, μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος στις τελικές τιμές, επηρεάζοντας τόσο την οικονομική δραστηριότητα όσο και τη δυναμική του πληθωρισμού.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ιταλίας, Φάμπιο Πανέτα, απέρριψε την εκτίμηση ότι η κατάσταση συνιστά κρίση χρέους, συμφώνησε ωστόσο ότι οι εξελίξεις στην αγορά ομολόγων θα λειτουργήσουν ως «τροχοπέδη για την ανάπτυξη».
Η ΕΚΤ καλείται να σταθμίσει πληθωρισμό και οικονομική επιβράδυνση
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στη Φρανκφούρτη αναμένεται να υιοθετήσουν πιο συγκρατημένη στάση απέναντι στον πληθωρισμό σε σχέση με εκείνη που είχαν κατά τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με την Bank of America.
«Οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες παραμένουν αυστηρές και είναι πιθανό να γίνουν ακόμη αυστηρότερες, τα περιθώρια αποδόσεων διευρύνονται διαρκώς και οι πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία επιτείνουν αυτές τις πιέσεις», ανέφεραν οι οικονομολόγοι της τράπεζας, με επικεφαλής τον Ρουμπέν Σεγκούρα-Καουγέλα.
Όπως πρόσθεσαν, η ΕΚΤ «θα χρειαστεί να εστιάσει περισσότερο στις επιπτώσεις που έχουν οι τρέχουσες εξελίξεις στην ανάπτυξη, σε σχέση με ό,τι έκανε στο πρόσφατο παρελθόν».
Το δίλημμα για την ΕΚΤ παραμένει σύνθετο: από τη μία πλευρά, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί πηγή ανησυχίας, ενώ από την άλλη, η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, η αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι περιορίζουν τα περιθώρια για μια επιθετικότερη νομισματική πολιτική. Οι επικείμενες ανακοινώσεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό αναμένεται, επομένως, να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των προσδοκιών για τις επόμενες κινήσεις της κεντρικής τράπεζας.



