Όπως επισημαίνει το Bloomberg, -και με την εκλογική διαδικασία να έχει ήδη ξεπεράσει κάθε προσδοκία-, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα χάσει τον έλεγχο τουλάχιστον του ενός από τα δύο σώματα του Κογκρέσου. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμβατική πολιτική εκτίμηση θα υπαγόρευε ότι ο 80χρονος Τραμπ μετατρέπεται πλέον σε έναν πρόεδρο χωρίς ουσιαστική πολιτική ισχύ, με την τάση του να χρησιμοποιεί τους εμπορικούς δασμούς και τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ να περιορίζεται.
Παρ’ όλα αυτά, αυτό ενδέχεται να μη συμβεί, δεδομένου ότι πρόκειται για τον Τραμπ. Μπαίνοντας στα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του, ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί, αντίθετα, να εκλάβει την εκλογική ήττα στο εσωτερικό της χώρας ως αφορμή για να εντείνει τις παρεμβάσεις του στο εξωτερικό: ανανεώνοντας τις επιθέσεις του κατά του Ιράν, επιχειρώντας να αναγκάσει την Ουκρανία να υποκύψει στις ρωσικές απαιτήσεις ή επαναφέροντας στο προσκήνιο τους παγκόσμιους δασμούς.
Ωστόσο, όπως τονίζει το Bloomberg, υπάρχουν διεθνείς πλέον ενδείξεις ότι η απήχησή του ενδέχεται να έχει ήδη φτάσει στο αποκορύφωμά της, με συνέπειες για την πολιτική και τις επιχειρήσεις, τους επενδυτές και τους ψηφοφόρους σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια σειρά πρόσφατων εκλογικών αναμετρήσεων, στις οποίες ηττήθηκαν οι διεθνείς σύμμαχοί του, αποτελεί μία μόνο ένδειξη μιας διστακτικής στροφής μακριά από τον παγκόσμιο τραμπισμό.
Η επικράτηση Λούλα πλήγμα για την κυριαρχία Τραμπ στη Λατινική Αμερική
Στην πιο ξεκάθαρη απόρριψη της επιρροής του Τραμπ, οι Βραζιλιάνοι ψηφοφόροι την περασμένη Κυριακή (24/10) διέψευσαν τους αναλυτές και τις προσδοκίες των αγορών, συσπειρώνοντας την υποστήριξή τους γύρω από τον βετεράνο αριστερό πρόεδρο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, ανοίγοντάς του τον δρόμο για μια ιστορική τέταρτη θητεία.
Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο απέρριψαν τον υποψήφιο της ακροδεξιάς Φλάβιο Μπολσονάρου -γιο του πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρου, ο οποίος είναι γνωστός ως ο «Τραμπ των Τροπικών»- αλλά αψήφησαν και την προσπάθεια του Τραμπ να επιβάλει την αμερικανική κυριαρχία στη Λατινική Αμερική.
Ο Λούλα διεξήγαγε την προεκλογική του εκστρατεία με επίκεντρο την εθνική κυριαρχία, υποστηρίζοντας ότι η Βραζιλία δεν αποτελεί την αυλή κανενός. Υπενθυμίζεται ότι ο Μπολσονάρου κατέληξε να εγκαταλείψει τη χώρα και να καταφύγει στη Φλόριντα εν μέσω ερευνών σε βάρος του για ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Εμβάθυνση των σχέσεων ΕΕ-Καναδά
Σε άλλο σημείο του δυτικού ημισφαιρίου, κατά τη διάρκεια συνόδου κορυφής στο Μόντρεαλ αυτή την εβδομάδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Καναδάς δεσμεύτηκαν να εμβαθύνουν τις σχέσεις τους σε τομείς που εκτείνονται από την άμυνα και την ασφάλεια έως την εκπαίδευση, σε μια επίδειξη της στρατηγικής των «μεσαίων δυνάμεων» του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ.
Προβάλλοντας κοινές αξίες, μεταξύ των οποίων «η δημοκρατία, ο σεβασμός στη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες και η δέσμευση για ελεύθερο και δίκαιο εμπόριο», η διατύπωση της ΕΕ σχετικά με την ατζέντα της συνόδου έμοιαζε με προσπάθεια να προκαλέσει τον Τραμπ, παραμονές της εκλογικής δοκιμασίας της 3ης Νοεμβρίου.
Παρ’ όλα αυτά, σημειώνεται ότι οι ξένοι ηγέτες είναι, όπως είναι αναμενόμενο, επιφυλακτικοί ως προς τη διατύπωση απόψεων για τις αμερικανικές εκλογές, ανεξάρτητα από το αν συμμερίζονται ή όχι την πολιτική προσέγγιση του Τραμπ.
Ο πολιτικός αντίκτυπος σε Ασία και Νότια Αφρική
Οι κυβερνήσεις της Ασίας ήταν μεταξύ των πρώτων που υπέγραψαν εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ για τη μείωση των δασμών, οι οποίες συχνά περιλάμβαναν σημαντικά επενδυτικά πακέτα. Δεν έχει περάσει απαρατήρητο από τους Αμερικανούς αξιωματούχους ότι ελάχιστες, αν όχι καμία, από αυτές τις συμφωνίες έχουν επικυρωθεί, γεγονός που επιτρέπει στις κυβερνήσεις να κερδίζουν χρόνο, σε περίπτωση που ο Τραμπ βγει αποδυναμωμένος από τις εκλογές.
Άλλοι απλώς ελπίζουν ότι οι ενδιάμεσες εκλογές θα φέρουν κάποια ανακούφιση. Ανάμεσά τους βρίσκεται η Νότια Αφρική, την οποία ο Τραμπ έχει επικρίνει δριμύτατα και έχει αποκλείσει από τις φετινές συνεδριάσεις της G20, που φιλοξενούνται από τις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι η χώρα είναι μόνιμο μέλος της ομάδας από την ίδρυσή της το 1999.
Ο Ράιαν Σμιθ, Νοτιοαφρικανός βουλευτής και εκπρόσωπος του κόμματος Δημοκρατική Συμμαχία για θέματα εξωτερικής πολιτικής -του δεύτερου μεγαλύτερου κόμματος στον κυβερνητικό συνασπισμό- δεν αναμένει ότι μια ήττα των Ρεπουμπλικάνων θα «δημιουργήσει ευκαιρία για την εξομάλυνση των σχέσεων». Ωστόσο, όπως είπε, «ενδέχεται να στρέψει την προσοχή της κυβέρνησης στο εσωτερικό της χώρας» και, ως εκ τούτου, να βοηθήσει ώστε «να απομακρυνθεί λίγο η προσοχή από εμάς».
Μια ακόμη απόρριψη του λαϊκισμού που συνδέεται με το MAGA
Σε μια ακόμη απόρριψη του λαϊκισμού που ευθυγραμμίζεται με το κίνημα MAGA, ο ισχυρός άνδρας της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς -στις γνωριμίες του οποίου περιλαμβάνονται ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Αμερικανού προέδρου- απομακρύνθηκε απροσδόκητα και με συνοπτικές διαδικασίες από την εξουσία στην πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση το περασμένο Σαββατοκύριακο, καθώς οι ψηφοφόροι είχαν κουραστεί από τη μακρόχρονη παραμονή του στην εξουσία.
Στη θέση του εξέλεξαν μια ομάδα υπό την ηγεσία φοιτητών, η οποία αξιοποίησε τη δημόσια δυσαρέσκεια για τη διαφθορά στους θεσμούς.
«Χάνεται η δυναμική των αυταρχικών ηγετών στην Ευρώπη;» αναρωτήθηκε το γερμανικό περιοδικό ειδήσεων Der Spiegel, συνδέοντας την πτώση του Βούτσιτς με εκείνη του πρώην ηγέτη της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος διατηρούσε στενές σχέσεις με τη Ρωσία.
Υπενθυμίζεται ότι ο Όρμπαν, μια προσωπικότητα που είχε επαινεθεί στους κύκλους του MAGA για τη μορφή της αυτοαποκαλούμενης ανελεύθερης δημοκρατίας που προωθούσε και για τις προκλήσεις που απηύθυνε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ηττήθηκε με συντριπτική διαφορά στις εκλογές του Απριλίου από τον φιλοευρωπαίο υποψήφιο Πέτερ Μαγιάρ.
Ηνωμένο Βασίλειο: Χάνει την πρωτιά στις δημοσκοπήσεις το Reform UK
Eν τω μεταξύ, στο Ηνωμένο Βασίλειο, το λαϊκιστικό, αντιευρωπαϊκό κόμμα Reform του Νάιτζελ Φάρατζ, μακροχρόνιου συμμάχου του Τραμπ, έχει χάσει την πρωτιά στις δημοσκοπήσεις από τους Εργατικούς, υπό τον πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ, ο οποίος έχει δεσμευτεί να επιδιώξει στενότερες σχέσεις με το μπλοκ των 27 κρατών-μελών, ακόμη και εξετάζοντας το ενδεχόμενο ανατροπής του Brexit.
Το δημοψήφισμα για το Brexit, τον Ιούνιο του 2016, στο οποίο ο Φάρατζ διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, αποτέλεσε τον πρώτο σημαντικό σταθμό μιας πορείας ανόδου του λαϊκισμού, η οποία οδήγησε στην εκλογή του Τραμπ πέντε μήνες αργότερα.
ΗΠΑ: Το κόστος ζωής κεντρικό επίδικο και στις ενδιάμεσες εκλογές
Οι ίδιοι παράγοντες που βρίσκονται πίσω από αυτές τις διαφορετικές πολιτικές εξελίξεις είναι εμφανείς και στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, όπου διακυβεύεται το ένα τρίτο των εδρών της Γερουσίας και το σύνολο των 435 εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Μεταξύ αυτών των παραγόντων είναι η αποστροφή προς τη διαφθορά, η δυσαρεστημένη ψήφος των νέων, η ολοένα και πιο απρόσιτη στέγαση, καθώς και η αίσθηση απώλειας προοπτικής σε έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη ανατρέπει τις επαγγελματικές προοπτικές και οι πολιτικοί μοιάζουν ανίσχυροι ή απρόθυμοι να παρέμβουν.
Σε αυτά προστίθενται η οργή για τον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο εναντίον του Ιράν και η εκτόξευση των τιμών των καυσίμων στα πρατήρια εξαιτίας της σύγκρουσης.
Πάνω από όλα αυτά δεσπόζει το ζήτημα της οικονομικής προσιτότητας, το «σφυρί» που απειλεί να καταφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα στην εκλογική βάση του Τραμπ στις ΗΠΑ.
Να σημειωθεί επίσης ότι το κόστος ζωής αποτέλεσε την κυριότερη ανησυχία σε διαδικτυακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε περισσότερους από 60.000 ανθρώπους σε 32 χώρες, για λογαριασμό του Ινστιτούτου Future Investment Initiative, με έδρα το Ριάντ.
Στο ίδιο πλαίσιο, το εμβληματικό ζήτημα από την πλευρά της κυβέρνησης Τραμπ, η μετανάστευση, βρέθηκε στην έκτη θέση, ισοβαθμώντας με την υπερθέρμανση του πλανήτη, σύμφωνα με την έρευνα FII Priority Compass, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στις 28 Οκτωβρίου.
Η επιρροή του «τραμπισμού» διατηρεί τους παλμούς της
Ωστόσο, ακόμη κι αν ο κόσμος έχει πράγματι αφήσει πίσω του την κορύφωση του τραμπισμού, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι οι αξίες που αυτός πρεσβεύει εξακολουθούν να ασκούν ισχυρή επιρροή, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της Τρίτης (3/11).
Ο Λούλα είναι ουσιαστικά ο τελευταίος ηγέτης στη Νότια Αμερική που εξακολουθεί να αντιστέκεται στο λεγόμενο «Δόγμα Ντόνρο» του Τραμπ.
Στην Αυστραλία, το κόμμα One Nation της Πολίν Χάνσον έχει γνωρίσει σημαντική άνοδο στη δημοτικότητά του, προωθώντας πολιτικές αλά Τραμπ, όπως η άρνηση της κλιματικής αλλαγής και η αντίθεση στη μετανάστευση.
Το ακροδεξιό κόμμα AfD της Γερμανίας, το οποίο υποστηρίζεται από τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς και τον Έλον Μασκ, διαθέτει ισχυρή πολιτική δυναμική. Παράλληλα, έξι μήνες πριν από τις εκλογές στη Γαλλία, η σταθερή πολέμια της μετανάστευσης Μαρίν Λεπέν βρίσκεται στην καλύτερη θέση που έχει βρεθεί ποτέ για να κερδίσει την προεδρία, στην τέταρτη προσπάθειά της.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εξακολουθεί να βρίσκεται στο τιμόνι του Ισραήλ, έχοντας αναδείξει τις σχέσεις του με τον Τραμπ ως κεντρικό στοιχείο της προεκλογικής του εκστρατείας.
Οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα
Επιπλέον, παρά τη διεθνή αναταραχή των τελευταίων δύο ετών, οι σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και του κυριότερου παγκόσμιου ανταγωνιστή τους, της Κίνας, έχουν σταθεροποιηθεί.
Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να υποδεχθεί τον Τραμπ σε σύνοδο κορυφής του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC) στη Σεντζέν στα μέσα Νοεμβρίου και στη συνέχεια να ταξιδέψει στις ΗΠΑ για τη σύνοδο κορυφής της G20 τον Δεκέμβριο, έπειτα από δύο προηγούμενες συναντήσεις των δύο ηγετών μέσα στη φετινή χρονιά.
Ο Τραμπ δηλώνει ότι θα φιλοξενήσει τη σύνοδο κορυφής της G20 του 2026 στο θέρετρό του στο Ντόραλ. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός δεν βρίσκεται ποτέ μακριά.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Bloomberg Intelligence, έως το 2030 η Κίνα θα ηγείται παγκοσμίως σε οκτώ από τις 17 τεχνολογίες στρατηγικής σημασίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, τα οποία βρίσκονται στον πυρήνα της τεχνητής νοημοσύνης.
Η Κίνα, αλλά και ο υπόλοιπος κόσμος, διαθέτουν ένα πιο άμεσο μέσο άσκησης πίεσης, προκειμένου να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε αναστάτωση ενδέχεται να προκαλέσει ο Αμερικανός πρόεδρος μετά τις ενδιάμεσες εκλογές: τις αγορές αμερικανικού δημόσιου χρέους.
Ανάλυση των στοιχείων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ από το Bloomberg έδειξε ότι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, αγόρασαν το χαμηλότερο επίπεδο αμερικανικών κρατικών ομολόγων των τελευταίων πέντε ετών κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2026.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Ασία αυτή την εβδομάδα, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς προειδοποίησε για τη «διάβρωση της διεθνούς τάξης», η οποία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Όποια κι αν είναι η μορφή της «νέας γεωπολιτικής εποχής» που βλέπει να διαμορφώνεται μπροστά του, ο Μερτς δεν έκρινε σκόπιμο να αναφερθεί στον ρόλο της Ουάσιγκτον σε αυτήν. Αναφέρθηκε στην Κίνα και το Πεκίνο 15 φορές, χωρίς να κάνει ούτε μία αναφορά στις ΗΠΑ ή στον Τραμπ.



