Σύμφωνα με ρεπορτάζ τόσο φιλοκυβερνητικών όσο και αντιπολιτευόμενων τουρκικών μέσων ενημέρωσης, η ζήτηση για τα ελληνικά νησιά αυξάνεται, ιδιαίτερα για τη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο, την Κω και τη Ρόδο. Σημαντική άνοδος καταγράφηκε στο δρομολόγιο Τσεσμέ–Χίος, όπου παρατηρήθηκε αύξηση 25% σε σχέση με πέρυσι.
Από νωρίς το πρωί της Πέμπτης, μεγάλες ουρές σχηματίστηκαν στα τουρκικά λιμάνια αναχώρησης. Στο Αϊβαλί, από όπου οι τουρίστες κατευθύνονται προς τη Μυτιλήνη, επικράτησε κοσμοσυρροή. Σύμφωνα με τον ξεναγό Nevzat Turhan, η πολιτισμική εγγύτητα και η “γεύση του ελληνικού φαγητού” αποτελούν σημαντικά κίνητρα. «Χάρη στη βίζα στην πόρτα, οι άνθρωποι πηγαίνουν στην Ευρώπη σαν να πηγαίνουν σε έναν γείτονα», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ο ιδιοκτήτης τουριστικής εταιρείας Ali Jale εκτίμησε ότι μέσα στο Μπαϊράμι μόνο στη γραμμή Αϊβαλί–Μυτιλήνη θα μετακινηθούν συνολικά περίπου 2.500 άτομα, με έξι πλοία την πρώτη ημέρα και ενδιάμεσα δρομολόγια να καλύπτουν τη ζήτηση.
Η τουρκική εφημερίδα Nefes έκανε λόγο για αλαλούμ και σύγχυση στη διαχείριση της επιβατικής κίνησης, παρά τη μικρότερη –σε σχέση με πέρυσι– προσέλευση. Συγκεκριμένα, σημειώνεται μείωση της τάξης του 30–40% στις διελεύσεις προς τη Λέσβο σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, γεγονός που αποδίδεται από παράγοντες της τουριστικής αγοράς τόσο σε προβλήματα τιμών όσο και στον αυξημένο ανταγωνισμό μεταξύ των νησιών.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη Χίο, όπου οι ρυθμοί εξυπηρέτησης είναι ταχύτεροι και οι διαδικασίες απλούστερες, σύμφωνα με τους ταξιδιωτικούς πράκτορες. Ο Celal Akagün, υπεύθυνος λειτουργίας τουριστικής εταιρείας που δραστηριοποιείται στο δρομολόγιο Τσεσμέ–Χίος, δήλωσε ότι την πρώτη ημέρα των διακοπών πέρασαν 3.000 επισκέπτες, ενώ τη δεύτερη καταγράφηκαν άλλοι 2.500.
Όπως εξηγεί, «για τη Χίο, μια φωτοτυπία του διαβατηρίου, η αίτηση, η βιομετρική φωτογραφία και το ακτοπλοϊκό εισιτήριο αρκούν. Όταν αυτά υποβληθούν μία εβδομάδα νωρίτερα, η διαδικασία ολοκληρώνεται απλά και χωρίς γραφειοκρατικό λαβύρινθο». Το συνολικό κόστος κυμαίνεται μεταξύ 130 και 140 ευρώ.
Η απλότητα της διαδικασίας, σε συνδυασμό με το χαμηλότερο κόστος σε σχέση με την έκδοση βίζας Σένγκεν, καθιστά την "πόρτα" εξαιρετικά δημοφιλή. Η Özge Güler, ταξιδιώτισσα από την Κωνσταντινούπολη που επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Χίο, ανέφερε: «Με τη βίζα στην πόρτα, κάναμε τη δουλειά μας πιο εύκολα με πολύ λιγότερα έγγραφα. Οι τιμές αυτή τη στιγμή είναι κατάλληλες. Αν μας αρέσει, μπορεί να ξαναέρθουμε».
Εν μέσω της τουρκικής οικονομικής κρίσης, η δυνατότητα προσβασιμότητας σε ευρωπαϊκά νησιά "διπλανής πόρτας", με πολιτισμική εγγύτητα και οικονομική ευελιξία, λειτουργεί σχεδόν λυτρωτικά.
Η μέση διάρκεια παραμονής κυμαίνεται από διήμερα έως εβδομαδιαίες διακοπές. Ορισμένοι επέλεξαν οργανωμένα πακέτα διαμονής 2 διανυκτερεύσεων και 3 ημερών, άλλοι μένουν για περισσότερες ημέρες, κυρίως στα πιο “ήσυχα” νησιά. Οι τιμές ποικίλλουν, αλλά διατηρούνται –σύμφωνα με τουρκικά ΜΜΕ– σε επίπεδα που δεν απωθούν την εγχώρια μεσαία τάξη.
Οι τουρίστες πληρώνουν 80 ευρώ για τη βίζα στην πόρτα, 50 ευρώ για το εισιτήριο μετ’ επιστροφής και περίπου 710 τουρκικές λίρες για τα τέλη, ένα πακέτο που κρίνεται “λογικό” για οικογένειες και ζευγάρια μεσαίων εισοδημάτων.
Οι ταξιδιωτικοί πράκτορες και οι τοπικοί παράγοντες εκτιμούν ότι η θερινή περίοδος θα δώσει συνέχεια στην αυξημένη κινητικότητα. Παρά τα σημάδια επιβράδυνσης στις διελεύσεις προς συγκεκριμένα νησιά (όπως η Λέσβος), άλλοι προορισμοί –ειδικά η Χίος και η Κως– δείχνουν να καλύπτουν τα κενά. Εάν διατηρηθεί το καθεστώς της “βίζας στην πόρτα”, η διασυνοριακή τουριστική σχέση Ελλάδας–Τουρκίας αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω.







