Η ομιλία του υπουργού πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της επεξεργασίας του νομοσχεδίου για την κύρωση της τροποποίησης της σύμβασης του Ελληνικού Δημοσίου με την Hellenic Train. Ο κ. Κυρανάκης τόνισε ότι το χρονοδιάγραμμα θα είναι «ασφυκτικό» και ότι «δεν θα δοθεί καμία απολύτως παράταση».
Ο υπουργός παραδέχθηκε ότι «η υποδομή έχει πάρα πολλά προβλήματα», προσθέτοντας πως «τα διορθώνουμε σε όλη την Ελλάδα, όχι μόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη». Αναγνώρισε επίσης ότι «μέχρι τώρα ο Ιταλικός όμιλος δεν εκτέλεσε επενδύσεις που είχε υποσχεθεί με δηλώσεις προθέσεων ή μνημόνια».
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Κυρανάκης επανέλαβε ότι το Δημόσιο θα ενεργοποιήσει τη σχετική ρήτρα εάν οι συμβάσεις και οι επενδύσεις δεν εκτελεστούν, δίνοντας το δικαίωμα από τις αρχές του 2027 να δοθεί η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, ακόμη και κρατική.
Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης άσκησαν έντονη κριτική στην τροποποίηση της σύμβασης.
Ο Α. Νικολαΐδης από το ΠΑΣΟΚ σημείωσε ότι είναι αδύνατο να προταθούν βελτιώσεις καθώς η σύμβαση έχει ήδη υπογραφεί, ενώ ζήτησε «πλήρη απολογισμό της πρώτης σύμβασης». Χαρακτήρισε τη νέα σύμβαση ετεροβαρή, επιβαρύνοντας το Δημόσιο, και υπογράμμισε ότι οι σιδηροδρομικές μεταφορές βρίσκονται «στη χειρότερη κατάσταση από ποτέ». Κατέληξε δε λέγοντας: «Αυτή η κυβέρνηση έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της και δεν μπορεί να προσφέρει λύσεις. Αλλιώς θα το είχε κάνει εδώ και 7 χρόνια».
Ο κ. Μεϊκόπουλος από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ σχολίασε ειρωνικά πως «αν η σύμβαση ήταν ταινία, θα είχε τίτλο: το μεγάλο φιάσκο – η επιστροφή». Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «τσιμεντώνει το μονοπώλιο, αποδυναμώνοντας το κράτος από κάθε διαπραγματευτική ισχύ». Τόνισε πως η ελληνική κοινωνία «πληρώνει χρυσό έναν σιδηρόδρομο εγκαταλελειμμένο στην τύχη του» και χαρακτήρισε τη σύμβαση ως «επιτομή της κοινωνικοποίησης των ζημιών και της ιδιωτικοποίησης των κερδών».
Ο Χ. Κατσώτης από το ΚΚΕ επισήμανε ότι η συνέχιση λειτουργίας των σιδηροδρόμων με γνώμονα το κέρδος οδηγεί σε αύξηση του κόστους για τους πολίτες, επιδείνωση των συνθηκών για τους εργαζόμενους, αλλά και σε τραγωδίες όπως αυτή των Τεμπών.



