Σημειώνει , δε, χαρακτηριστικά τα εξής:
«Μια εταιρία ορισμένου μεγέθους θα θεωρείται μικρομεσαία στη Γαλλία ή τη Γερμανία, ενώ μια άλλη εταιρία ίδιου μεγέθους είναι πιθανό να μην θεωρείται μικρομεσαία στην Αυστρία ή την Ελλάδα.
Έτσι η Αυστριακή ή η Ελληνική εταιρία θα έχει περισσότερες υποχρεώσεις γνωστοποίησης από την αντίστοιχη Γαλλική ή Γερμανική και κατά συνέπεια, θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση κατά την πρόσβασή της στην αγορά κεφαλαίων.
Αυτό ενδεχομένως θα ενθαρρύνει τη σύσταση ή τη μετακίνηση εταιριών σε μεγαλύτερα Κράτη Μέλη.
Επιπλέον, οι επενδυτές θα λαμβάνουν διαφορετικού επιπέδου πληροφορίες για εταιρίες ίδιων μεγεθών, ανάλογα με τον τόπο όπου η κάθε εταιρία έχει την έδρα της. Αυτό φυσικά δεν προωθεί ένα Ευρωπαϊκής εμβέλειας καθεστώς για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις και πιθανότατα δεν εμπνέει την αναγκαία εμπιστοσύνη στο επενδυτικό κοινό.
Μπορούμε φυσικά να σκεφτούμε και άλλους τρόπους επίλυσης του θέματος. Για παράδειγμα, την εισαγωγή ενός ποιοτικού στοιχείου κατά τον ορισμό της μικρότερης εταιρίας, που θα μπορούσε να επιτρέπει στην Αρμόδια Ρυθμιστική Αρχή και στην Οργανωμένη Αγορά να αποφασίζουν αν κάποιες εταιρίες θα θεωρούνται «κανονικές» εταιρίες και όχι μικρομεσαίες, εξαιτίας της οικονομικής και κοινωνικής τους σημασίας για την κάθε χώρα.
Αυτό θα μπορούσε να δουλέψει κατά τρόπο, παρόμοιο με εκείνον της επιπλέον επιλογής «ρευστών» μετοχών που προέβλεπε η MiFID.
Το σημείο αυτό είναι πολύ σημαντικό, αφού θέλουμε να επιτύχουμε ένα ίσο επίπεδο στην πρόσβαση των αγορών κεφαλαίου για τις εταιρίες στην Ευρώπη.
Όμως δεν πρόκειται μόνο περί κανόνων.
Το να μειωθούν τα κανονιστικά βάρη για τις εκδότριες είναι μόνο ένα μέρος της λύσης. Χρειάζεται να λάβομε υπόψη και το ίδιο το επενδυτικό περιβάλλον.
Η MiFID οδήγησε σε σημαντικές εμπορικές δραστηριότητες καθώς και σε έντονη δημιουργικότητα και ώθησε τα χρηματιστήρια προς την προσφορά φθηνότερων υπηρεσιών. Η επίδρασή της όμως στην «ποιότητα» των Ευρωπαϊκών δευτερογενών αγορών δεν είναι απαραίτητα θετική.
Σε ό,τι αφορά στην χρηματοδότηση της οικονομίας, οι μεγάλες εκδότριες επωφελήθηκαν από τη MiFID καθώς οι μετοχές τους, είναι πλέον προσβάσιμες σε μεγαλύτερο αριθμό επενδυτών, χάρη στον πολλαπλασιασμό των τόπων εκτέλεσης και το ευρωπαϊκό διαβατήριο.
Οι μικρότερες όμως μετοχές αποκλείστηκαν».