Στην ανακοίνωσή τους, οι υπάλληλοι περιγράφουν με μελανά χρώματα τις σκληρές συνθήκες υπό τις οποίες εργάζονται – ιδιαίτερα δε το γεγονός ότι αναγκάζονται να προσαρμόζουν τον προγραμματισμό τους στα ωράρια των συνεδριάσεων του Κονουβουλίου (ενώ προφανώς θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο). Αναφέρονται επίσης στη μακρά λίστα περικοπών που τους έχουν επιβληθεί, αποδεχόμενοι, όπως λένε, να μην έχουν πλέον καμία ειδική μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά και τους κοινούς θνητούς εν γένει. Οι υπάλληλοι σημειώνουν ότι δεν μπορούν πλέον να λοιδορούνται, ούτε να επιτρέπουν τη δημιουργία ψευδών εντυπώσεων ότι «δήθεν η Βουλή μένει έξω από τις ρυθμίσεις», ή ότι «μπαίνει ασπίδα προστασίας στους υπαλλήλους της». «Προσπαθήσαμε και προσπαθούμε να αντιδρούμε με νηφαλιότητα και όχι σπασμωδικά στις όποιες κατηγορίες από όπου κι αν προέρχονται κι ας κρεμόμαστε με τα μανταλάκια στα περίπτερα ως υπαίτιοι, εμείς, της οικονομικής κρίσης που περνά η χώρα μας» καταλήγει η ανακοίνωσή τους.
Ας σημειωθεί εδώ, ότι όλοι ανεξαιρέτως οι υπάλληλοι της Βουλής έχουν προσληφθεί με απολύτως αξιοκρατικές διαδικασίες, δια μέσου ΑΣΕΠ, το γεγονός δε ότι ορισμένοι εξ αυτών τυχαίνει να έχουν συγγενική σχέση με αιρετούς του ελληνικού κοινοβουλίου αποτελεί ατυχή σύμπτωση. Οι προνομιακές τους αποδοχές δικαιολογούνται βεβαίως από τη φύση της εργασίας τους, η οποία μόνο με τις αντίστοιχες συνθήκες που επικρατούν στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος μπορούν να συγκριθούν.