Με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υπολογίζει τις ανάγκες αμυντικών δαπανών της ΕΕ σε 500 δισεκατομμύρια ευρώ (523,00 δισεκατομμύρια δολάρια) τα επόμενα 10 χρόνια, η λύση είναι πιθανό να περιλαμβάνει έναν συνδυασμό επιλογών και όχι μία μόνο.
Μερικές, λοιπόν, από τις επιλογές αυτές είναι οι εξής:
- «Χαλάρωση» στους κανόνες δαπανών της ΕΕ – Νέο σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης
Η Επιτροπή είπε ότι θα προτείνει σύντομα να εξαιρεθούν οι αμυντικές δαπάνες από τους νόμους της ΕΕ που θέτουν ετήσια όρια δαπανών στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, για να μειώσουν σταδιακά το δημόσιο χρέος τους και να διατηρήσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα κάτω από το 3% του ΑΕΠ.
Δεν υποστηρίζουν όλες οι κυβερνήσεις της ΕΕ την ιδέα, με βασικό επιχείρημα ότι υπάρχει ήδη ειδική μεταχείριση για τις αμυντικές δαπάνες. Αυτό που λείπει, λένε, είναι ένας ευρύτερος ορισμός του τι συνιστά αμυντική επένδυση, ένα θέμα στο οποίο θα προτιμούσαν να επικεντρωθούν.
Ωστόσο, το να επιτραπεί στις κυβερνήσεις να δανειστούν περισσότερο για να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, μπορεί να διευρύνει τα ελλείμματά τους. Αυτό θα αυξήσει τον κίνδυνο μιας δυσμενούς αντίδρασης της αγοράς ομολόγων σε μεγάλες οικονομίες που αντιμετωπίζουν ήδη υψηλά ελλείμματα όπως η Γαλλία και η Ιταλία, γεγονός που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για όλη την ευρωζώνη, όπως προειδοποιούν οι αναλυτές του Citi.
Η απότομη αύξηση των δαπανών θα μπορούσε, επίσης, να δημιουργήσει πίεση σε άλλους τομείς, στους οποίους οι κυβερνήσεις έχουν υπολογίσει να διοχετεύσουν πόρους, δήλωσε ο οίκος αξιολόγησης S&P Global.
- Κεφάλαια για τις αμυντικές δαπάνες από τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ για το 2028-2034
Η ΕΕ θα ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της από τον Ιούλιο. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι θα πρέπει να παρέχει περισσότερα κεφάλαια για τις αμυντικές δαπάνες, πράγμα που σημαίνει ότι το ποσό που θα προϋπολογιστεί θα είναι μεγαλύτερο από το περίπου 1% του ΑΕΕ της ΕΕ, ή 1,2 τρισεκατομμύρια ευρώ, που είναι τώρα.
Πολλές κυβερνήσεις της ΕΕ υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι ενώ αξίζει να συζητηθούν οι αμυντικές δαπάνες στον προϋπολογισμό της ΕΕ, ο επόμενος προϋπολογισμός θα ξεκινήσει σε τρία χρόνια από σήμερα, με τις πρώτες εκταμιεύσεις να είναι κανονισμένες για το 2030· πολύ αργά, δηλαδή, για να περιμένουμε έως τότε να προετοιμαστούμε για οποιαδήποτε απειλή.
- Δέσμευση κεφαλαίων από τον τρέχοντα προϋπολογισμό (2021-2027)
Ο τρέχων επταετής προϋπολογισμός της ΕΕ, που δημιουργήθηκε πολύ πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, δεν περιλαμβάνει κατάλληλους πόρους για την άμυνα.
Ωστόσο, περίπου το 1/3 του προορίζεται για την εξίσωση του βιοτικού επιπέδου μεταξύ των περιοχών της ΕΕ των 27 κρατών-μελών. Ένα μέρος, λοιπόν, του ποσού αυτού θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την κάλυψη κάποιων βασικών αμυντικών δαπανών.
- Νέος κοινός δανεισμός μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας
Από το 2021, τα κράτη-μέλη δανείζονται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθετκικότητας εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, υπό μορφή επιχορηγήσεων και δανείων, κάτι που έδωσε σημαντική ώθηση στην προσπάθεια των κυβερνήσεων να επαναφέρουν τα δημοσιονομικά μετά την πανδημία του covid-19 και, στην συνέχεια, να διευρύνουν τις αναπτυξιακές προοπτικές των χωρών.
Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, ορισμένοι αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι ένας τέτοιος κοινός δανεισμός της ΕΕ θα μπορούσε να επαναληφθεί και για την ενίσχυση της άμυνας.
Ωστόσο, η αρχική απόφαση για την χρηματοδότηση των κρατών-μελών μέσω της σύσταση ενός κοινού Ταμείου δεν προέβλεπε την επέκτασή του ταμείου αυτού ή την αξιοποίηση για έργα πέραν αυτών που είχαν εξαρχής συμφωνηθεί, τα οποία είναι στο σύνολό τους αναπτυξιακά. Και πάλι, ορισμένοι αξιωματούχοι της ΕΕ βρίσκουν ένα «παραθυράκι», υποστηρίζοντας ότι εάν η οικονομική ενίσχυση των χωρών γίνει μόνο μέσω δανεισμού, κι όχι επιχορηγήσεων, δεν θα υπάρχει κανένα νομικό κόλλημα, καθώς δεν θα παραβιάζονται τα συμφωνηθέντα, αλλά θα πρόκειται για μία ρύθμιση νομικά αποδεκτή.
Εξάλλου, ελέω πανδημίας εκδόθηκαν τα κοινά ευρωομόλογα - μία "επαναστατική" κίνηση για τα μέτρα της Ευρώπης, με πολλές χώρες (όπως η Γερμανία) να ανθίστανται - τα οποία έκτοτε και μετά την επιστροφή στην κανονικότητα έμειναν ανεκμετάλλευτα.
«Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να ληφθούν ιστορικές αποφάσεις», δήλωσε σε συνέντευξή του στο Bloomberg ο Γάλλος Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Μπενζαμέν Χαντάντ. «Και πράγματι, το ζήτημα των ευρωομολόγων, για παράδειγμα, είναι ένας από τους μηχανισμούς που πρέπει να συζητήσουμε».
Μέχρι στιγμής, από τα 359 δισ. ευρώ που είναι διαθέσιμα σε επιχορηγήσεις μέσω του ΤΑΑ έχουν εκταμιευθεί μόνο τα 197,5 δισ. και από τα 291 δισ. διαθέσιμα σε δάνεια έχουν εκταμιευθεί μόνο τα 108,7 δισ. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν 344 δισεκατομμύρια ευρώ είναι ακόμη διαθέσιμα, και ως εκ τούτου θα μπορούσαν να ανακατευθυνθούν στην άμυνα. Ωστόσο, για να προχωρήσει αυτό χρειάζεται η ομόφωνη έγκριση και των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, πράγμα εξαιρετικά απίθανο, αφού οι υποστηριχτές της δημοσιονομικής ορθοδοξίας, όπως η Γερμανία, παραμένουν απρόθυμοι για από κοινού δανεισμό.
- Δημιουργία οχήματος ειδικού σκοπού
Η Πολωνία, η οποία ασκεί εκ περιτροπής την προεδρία της ΕΕ έως τον Ιούνιο, προωθεί την ιδέα δημιουργίας ενός οχήματος ειδικού σκοπού, που θα βασίζεται στο ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, αλλά ανοιχτό σε όλους όσοι επιθυμούν να ενταχθούν, επίσης εκτός ΕΕ, όπως η Βρετανία ή η Νορβηγία. Την πρόταση αυτή, μάλιστα, έχει προκρίνει ως την καταλληλότερη και ο Έλληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης.
Το SPV θα είχε καταβεβλημένο κεφάλαιο και απαιτούμενο κεφάλαιο και θα δανειζόταν στις αγορές για να δανείσει τις κυβερνήσεις για αμυντικά έργα. Ωστόσο, ορισμένοι επενδυτές προειδοποιούν ότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε, τουλάχιστον αρχικά, πως το κόστος δανεισμού για την ΕΕ θα αυξανόταν.
Ο Πολωνός Πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ, παρ' όλα αυτα, δήλωσε ότι νέα χρηματοδοτικά μέτρα θα παρουσιαστούν στη Σύνοδο Κορυφής που θα γίνει στις 20-21 Μαρτίου.
- Δημιουργία τράπεζας «επανεξοπλισμού»
Η πρόταση για μία τράπεζα επανεξοπλισμού διατυπώθηκε στα μέσα Ιανουαρίου από τον πρώην αρχηγό Άμυνας της Βρετανίας, Στρατηγό Νικ Κάρτερ, το πρώην μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, Γκυ ντε Σέλιερς, και τον Ανώτερο Σύμβουλο στο Κέντρο Ανάλυσης Ευρωπαϊκής Πολιτικής στην Ουάσιγκτον, Έντουαρντ Λούκας.
Μια τέτοια τράπεζα θα βασίζεται στο πρότυπο της EBRD και, όπως η πολωνική ιδέα SPV, θα είναι ανοιχτή σε χώρες και εκτός ΕΕ, για να γίνουν μέτοχοι. Σύμφωνα με την αρχική ιδέα, η τράπεζα θα μπορούσε να έχει 10 δισεκατομμύρια ευρώ καταβεβλημένο κεφάλαιο και 90 δισεκατομμύρια σε απαιτήσιμο κεφάλαιο και ως εκ τούτου να χορηγήσει δάνεια 100 δισεκατομμυρίων ευρώ για αμυντικά έργα.








