Ο Χόλγκερ Σμίντινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, δήλωσε στο CNBC ότι οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης — η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία — έχουν αποδυναμωθεί από τη μεγάλη άνοδο του ενεργειακού κόστους, δημιουργώντας συνθήκες στασιμοπληθωρισμού στην ήπειρο.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, τα νέα στοιχεία PMI που δείχνουν επιβράδυνση στην απασχόληση και στη ζήτηση υποδηλώνουν ότι η μείωση της κατανάλωσης θα συμβάλει από μόνη της στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Όπως εξήγησε, οι καταναλωτές αναγκάζονται να περιορίσουν άλλες δαπάνες προκειμένου να καλύψουν το αυξημένο κόστος ενέργειας, γεγονός που περιορίζει τη ζήτηση και μειώνει τις πληθωριστικές πιέσεις — χωρίς να απαιτείται επιθετική νομισματική σύσφιγξη.
«Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τι πιθανότατα θα κάνουν οι κεντρικές τράπεζες από το τι θα ήταν πραγματικά σωστό», δήλωσε ο Σμίντινγκ στο CNBC. «Η αίσθησή μου είναι ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρόκειται να κάνει ένα μεγάλο λάθος».
Η ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητο το βασικό επιτόκιο καταθέσεων στο 2% κατά την τελευταία συνεδρίασή της στις 30 Απριλίου. Ωστόσο, το διοικητικό συμβούλιο παραδέχθηκε ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό και οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη έχουν ενταθεί.
«Θα επιδεινώσει την οικονομική δυσπραγία»
Ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3% τον Απρίλιο — το υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2023 και αισθητά πάνω από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ.
Οι αγορές πλέον θεωρούν σχεδόν βέβαιη μια νέα αύξηση επιτοκίων στη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου, με πιθανότητα 86% για άνοδο κατά 25 μονάδες βάσης, σύμφωνα με σημείωμα της BBH.
«Αν η ΕΚΤ αυξήσει τα επιτόκια τον Ιούνιο, όπως φαίνεται αποφασισμένη να κάνει, αυτό θα προσθέσει νέο βάρος στην ήδη δύσκολη οικονομική κατάσταση», σημείωσε ο Σμίντινγκ. «Αν ακολουθήσουν και άλλες αυξήσεις, είναι πολύ πιθανό να οδηγηθούμε σε ήπια ύφεση αντί απλώς σε στασιμοπληθωρισμό».
Από την πλευρά της, η Λόρα Κούπερ, επικεφαλής στρατηγικής μακροοικονομικών επενδύσεων στη Nuveen, εκτίμησε ότι η ΕΚΤ ίσως προχωρήσει σε «προληπτικές» αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο καλοκαίρι, βασιζόμενη περισσότερο στις προβλέψεις για τον πληθωρισμό παρά στα τρέχοντα στοιχεία.
Παράλληλα όμως προειδοποίησε ότι οι αγορές ενδέχεται να υποτιμούν τη σοβαρότητα της επιβράδυνσης της ανάπτυξης.
«Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι οι κεντρικές τράπεζες να αντιδράσουν στον επίμονο πληθωρισμό που προκαλείται από την πλευρά της προσφοράς, αυστηροποιώντας τη νομισματική πολιτική τη στιγμή που η ζήτηση εξασθενεί — δημιουργώντας τελικά τις προϋποθέσεις για ακόμη πιο επιθετικές μειώσεις επιτοκίων στο μέλλον», ανέφερε.





