Τα ευρήματα προκύπτουν από την τελευταία άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) του Ταμείου, η οποία εξετάζει την ανθεκτικότητα των τραπεζών απέναντι σε ένα ιδιαίτερα δυσμενές οικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, σύμφωνα με το Bloomberg.
Στο ακραίο αυτό σενάριο, τράπεζες που αντιστοιχούν στο 22% του συνολικού ενεργητικού του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος θα αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσκολίες, με τα βασικά κεφάλαιά τους να υποχωρούν κάτω από το όριο του 7%. Συνολικά, στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται 110 τράπεζες.
Η εικόνα είναι δυσμενέστερη σε σύγκριση με την αντίστοιχη άσκηση του προηγούμενου έτους, όταν οι τράπεζες που εμφάνιζαν ανάλογες αδυναμίες αντιστοιχούσαν στο 18% των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων και ανέρχονταν σε 88.
Η αύξηση του αριθμού των ιδρυμάτων που θα μπορούσαν να βρεθούν υπό έντονη πίεση αναδεικνύει τους κινδύνους που συσσωρεύονται στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, παρά την ισχυρή κερδοφορία που καταγράφουν πολλές τράπεζες.
Οι κίνδυνοι εντείνονται σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον
Ο Αθανάσιος Βαμβακίδης του ΔΝΤ εξήγησε ότι τα σενάρια των ετήσιων stress tests διαμορφώνονται με βάση τους κινδύνους που θεωρούνται σημαντικότεροι σε κάθε χρονική περίοδο, ακολουθώντας κοινή μεθοδολογία για την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας των τραπεζών.
Όπως επισήμανε, οι κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία έχουν ενταθεί φέτος, εξαιτίας των διαταραχών στον ενεργειακό εφοδιασμό, των ανησυχιών για ενδεχόμενη φούσκα στην τεχνητή νοημοσύνη και της ανόδου των αποδόσεων των ομολόγων.
«Είναι μια καλή υπενθύμιση ότι δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένη την ανθεκτικότητα», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι τα αποτελέσματα της ανάλυσης θα πρέπει να λειτουργήσουν ως προειδοποίηση για τις εποπτικές αρχές, ιδιαίτερα καθώς εξετάζονται αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο του τραπεζικού κλάδου.
Η προειδοποίηση του ΔΝΤ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανικές αρχές πρωτοστατούν σε διεθνές επίπεδο σε πρωτοβουλίες χαλάρωσης των τραπεζικών ρυθμίσεων. Οι αλλαγές αυτές έχουν συμβάλει στη βελτίωση της κερδοφορίας των τραπεζών, η οποία έχει φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ, αλλά και στην αύξηση των κεφαλαίων που επιστρέφονται στους μετόχους μέσω μερισμάτων και επαναγορών μετοχών.
Το Ταμείο, ωστόσο, προειδοποιεί ότι η ισχυρή κερδοφορία δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει την ανθεκτικότητα του συστήματος σε περίπτωση ταυτόχρονης εκδήλωσης πολλαπλών αρνητικών εξελίξεων.
Τι περιλαμβάνει το ακραίο σενάριο του ΔΝΤ
Η άσκηση προσομοίωσης καλύπτει ορίζοντα τριών ετών και εξετάζει τις επιπτώσεις ενός συνδυασμού δυσμενών εξελίξεων, μεταξύ των οποίων η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, ο κατακερματισμός του παγκόσμιου εμπορίου και οι διαταραχές στον ενεργειακό εφοδιασμό.
Στο ίδιο σενάριο περιλαμβάνεται μια απότομη αναθεώρηση προς τα κάτω των αποτιμήσεων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, εξέλιξη που θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερες αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και να επιβαρύνει τους ισολογισμούς των τραπεζών.
Το ΔΝΤ δεν δημοσιοποιεί αποτελέσματα για μεμονωμένα τραπεζικά ιδρύματα. Σύμφωνα με τα συνολικά ευρήματα, οι περισσότερο ευάλωτες τράπεζες εντοπίζονται κυρίως μεταξύ μικρότερων ιδρυμάτων, χωρίς να απουσιάζουν και ορισμένες μεγάλες τράπεζες.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, οι ασιατικές τράπεζες, με εξαίρεση τις κινεζικές, εμφανίζουν τη μεγαλύτερη υποχώρηση κεφαλαίων στο συγκεκριμένο σενάριο. Ακολουθούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες.
Αντίθετα, οι τράπεζες της Βόρειας Αμερικής εμφανίζονται συνολικά πιο ανθεκτικές, καθώς η ισχυρότερη κερδοφορία τους λειτουργεί ως ανάχωμα στις πιέσεις και συμβάλλει στην αναπλήρωση των κεφαλαίων τους.
Τα αποτελέσματα, πάντως, αφορούν ένα υποθετικό ακραίο σενάριο και δεν αποτελούν πρόβλεψη ότι οι συγκεκριμένες τράπεζες θα οδηγηθούν πράγματι σε κατάρρευση.
Οι διασυνδέσεις με μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα
Ένα ακόμη πεδίο που εξετάζει το ΔΝΤ αφορά τις σχέσεις των τραπεζών με τα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (NBFIs), έναν τομέα που περιλαμβάνει φορείς χρηματοδότησης και επενδυτικούς οργανισμούς εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος.
Το Ταμείο χαρακτηρίζει προς το παρόν διαχειρίσιμες τις συγκεκριμένες διασυνδέσεις, επισημαίνει ωστόσο ότι θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε πηγή ευπάθειας υπό συνθήκες έντονης χρηματοπιστωτικής πίεσης.
Ειδικότερα, διαπιστώνει ότι μια υποκατηγορία τραπεζών της Βόρειας Αμερικής με μεγαλύτερη έκθεση σε μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα κατέγραφε σημαντική απομείωση κεφαλαίων στο ακραίο σενάριο.
Η έκθεση των αμερικανικών τραπεζών σε NBFIs, συμπεριλαμβανομένων τόσο των πιστωτικών γραμμών που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί όσο και εκείνων που παραμένουν διαθέσιμες, έχει αυξηθεί στο 134% των κεφαλαίων Tier 1, από 119% έναν χρόνο νωρίτερα.
Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει τη σημασία των χρηματοοικονομικών διασυνδέσεων μεταξύ τραπεζών και μη τραπεζικών φορέων, καθώς η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης ενός τμήματος του χρηματοπιστωτικού συστήματος θα μπορούσε να μεταδοθεί και σε άλλα τμήματά του.
Τα αντίστοιχα ποσοστά για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι αισθητά χαμηλότερα. Το ΔΝΤ επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι συγκρίσεις ενδέχεται να μην είναι πλήρως αντιπροσωπευτικές, καθώς τα διαθέσιμα δημόσια στοιχεία για τις σχετικές εκθέσεις είναι περισσότερα στις ΗΠΑ.
Στο επίκεντρο τα αποτελέσματα των αμερικανικών τραπεζών
Η προειδοποίηση του ΔΝΤ αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των ανακοινώσεων των αποτελεσμάτων των αμερικανικών τραπεζών, σε ένα περιβάλλον όπου η ισχυρή κερδοφορία συνυπάρχει με αυξημένες ανησυχίες για τις αποτιμήσεις στις αγορές, το κόστος χρηματοδότησης και τους κινδύνους που απορρέουν από τη διασύνδεση των χρηματοπιστωτικών φορέων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η σημερινή κερδοφορία και τα κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών θα επαρκούσαν για να απορροφήσουν ένα ισχυρό χρηματοπιστωτικό σοκ, εάν η υποχώρηση των αποτιμήσεων της τεχνητής νοημοσύνης συνέπιπτε με αυξημένες αποδόσεις ομολόγων, γεωπολιτικές αναταράξεις και επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας.



