Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της GfK, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης μειώθηκε κατά 11 μονάδες τον Οκτώβριο, φθάνοντας στις -24 μονάδες. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση από τον Ιούλιο του 2016, όταν η επικράτηση της ψήφου υπέρ της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση είχε προκαλέσει έντονες αναταράξεις στην οικονομία και στις αγορές, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας.
Ο δείκτης παρακολουθείται στενά από τη βρετανική κυβέρνηση και την Τράπεζα της Αγγλίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, καθώς παρέχει ενδείξεις για τη διάθεση των καταναλωτών και τις προοπτικές της οικονομίας. Η μεγαλύτερη μηνιαία υποχώρηση που έχει καταγραφεί στην ιστορία του ήταν τον Μάρτιο του 2020, όταν μειώθηκε κατά 25 μονάδες μετά την επιβολή του πρώτου lockdown για την αντιμετώπιση της πανδημίας, σύμφωνα με τον Guardian.
Η ακρίβεια ανατρέπει το θετικό κλίμα του καλοκαιριού
Η νέα πτώση αποτυπώνει την ταχεία αντιστροφή του κλίματος που είχε διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Τότε, η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον νέο ηγέτη της χώρας, η καλή πορεία της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου ανδρών στο Παγκόσμιο Κύπελλο και οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες είχαν συμβάλει στην ενίσχυση της καταναλωτικής διάθεσης, σύμφωνα με την GfK.
Η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, ωστόσο, φαίνεται να έχει περιορίσει σημαντικά αυτή την αισιοδοξία. Όπως δήλωσε ο Νιλ Μπέλαμι, διευθυντής καταναλωτικών αναλύσεων της GfK, οι παρατεταμένες πιέσεις από το κόστος διαβίωσης, σε συνδυασμό με τις διεθνείς συγκρούσεις και την επίδρασή τους στον εγχώριο πληθωρισμό, έχουν ανατρέψει το θετικό κλίμα που άρχισε να διαμορφώνεται μετά την ανάδειξη νέου πρωθυπουργού το καλοκαίρι.
Ο πληθωρισμός στη Βρετανία ανήλθε στο 3,5%, εντείνοντας την ανησυχία για την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Παράλληλα, οι τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης έχουν κινηθεί κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει τις ενεργειακές αγορές. Οι αυξημένοι λογαριασμοί ενέργειας δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις ενόψει του χειμώνα, ενώ τα νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες των ανατιμήσεων των προηγούμενων ετών.
Το σωρευτικό βάρος των αυξημένων δαπανών αποτυπώνεται και σε ανάλυση του Trades Union Congress (TUC), της συνομοσπονδίας βρετανικών συνδικάτων. Σύμφωνα με την εκτίμησή της, τα νοικοκυριά έχουν καταβάλει κατά μέσο όρο σχεδόν 14.000 λίρες επιπλέον την τελευταία πενταετία για στεγαστικά δάνεια, άλλες δανειακές υποχρεώσεις, ενέργεια και ύδρευση.
Αυξάνεται η πίεση ενόψει του προϋπολογισμού
Η επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης συμπίπτει με την αντίστροφη μέτρηση για την παρουσίαση των φορολογικών και δημοσιονομικών μέτρων στη Βουλή των Κοινοτήτων. Ο υπουργός Οικονομικών βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξανόμενες πιέσεις να ανακοινώσει παρεμβάσεις που θα περιορίσουν την επιβάρυνση των νοικοκυριών, την ώρα που τα περιθώρια για πρόσθετη κρατική στήριξη εμφανίζονται περιορισμένα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι εκτιμήσεις ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί ενέργειας ενός τυπικού νοικοκυριού ενδέχεται να φθάσουν τις 2.000 λίρες από τον Ιανουάριο.
Ο Χίλι έχει δεσμευθεί ότι η δημοσιονομική ανακοίνωση θα περιλαμβάνει μέτρα που θα προσφέρουν «ανάσα» στα νοικοκυριά απέναντι στο αυξημένο κόστος διαβίωσης. Έχει, ωστόσο, επισημάνει ότι η δυνατότητα παρέμβασης της κυβέρνησης είναι περιορισμένη, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συμβάλλει στην αύξηση του κόστους δανεισμού της Βρετανίας, το οποίο βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και δεκαετίες.
Τα επίσημα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν την Τετάρτη επιβάρυναν περαιτέρω την οικονομική εικόνα. Ο πληθωρισμός αυξήθηκε τον προηγούμενο μήνα στο 3,5%, υπερβαίνοντας τις προσδοκίες, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα ανήλθε στα 24,5 δισ. λίρες, υψηλότερα από τις προβλέψεις.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για το οικονομικό επιτελείο: η ανάγκη στήριξης των νοικοκυριών γίνεται εντονότερη, την ώρα που η αύξηση του πληθωρισμού και του ελλείμματος περιορίζει τα περιθώρια δημοσιονομικών κινήσεων.
Περιορίζεται η διάθεση για μεγάλες αγορές
Η υποχώρηση της εμπιστοσύνης αντανακλάται τόσο στις προσδοκίες των καταναλωτών για την οικονομία όσο και στην εκτίμησή τους για την προσωπική οικονομική τους κατάσταση. Τα στοιχεία της GfK δείχνουν ότι οι Βρετανοί εμφανίζονται πλέον πιο απαισιόδοξοι και στους δύο τομείς.
Ακόμη εντονότερη ήταν η πτώση του δείκτη που καταγράφει την πρόθεση για μεγάλες αγορές. Ο συγκεκριμένος δείκτης υποχώρησε κατά 14 μονάδες τον Οκτώβριο, στις -22 μονάδες, υποδηλώνοντας ότι οι καταναλωτές ενδέχεται να περιορίσουν τις δαπάνες τους κατά τους χειμερινούς μήνες, προκειμένου να ανταποκριθούν στους αυξημένους λογαριασμούς ενέργειας και στις υπόλοιπες υποχρεώσεις τους.
Η εξέλιξη προκαλεί ανησυχία και για την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς η υποχώρηση της καταναλωτικής διάθεσης μπορεί να επηρεάσει τις λιανικές πωλήσεις και τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες.
Παράλληλα, ξεχωριστή έρευνα της Συνομοσπονδίας Βρετανικής Βιομηχανίας (CBI) καταγράφει συγκρατημένες προοπτικές για τις επενδύσεις στον μεταποιητικό τομέα. Το αυξημένο λειτουργικό κόστος εξακολουθεί να επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και να περιορίζει τη δυνατότητά τους να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις ή να επεκτείνουν την παραγωγική τους δραστηριότητα.
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα βιομηχανικών τάσεων της CBI, η μεταποιητική παραγωγή αναμένεται να σταθεροποιηθεί κατά το επόμενο τρίμηνο. Ωστόσο, οι πιέσεις στο κόστος παραμένουν ισχυρές και εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδιο για την ανάπτυξη του κλάδου.
Το ενεργειακό κόστος και οι επενδύσεις στο επίκεντρο
Ο Κάμερον Μάρτιν, ανώτερος οικονομολόγος της CBI, υπογράμμισε ότι η ουσιαστική αντιμετώπιση του κόστους διαβίωσης προϋποθέτει τη δημιουργία συνθηκών που θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να επενδύσουν και να ενισχύσουν την παραγωγικότητά τους. Όπως ανέφερε, η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ανόδου των πραγματικών μισθών.
Στο πλαίσιο αυτό, η CBI εκτιμά ότι ο προϋπολογισμός της επόμενης εβδομάδας θα πρέπει να περιλαμβάνει παρεμβάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους των επιχειρήσεων, τον περιορισμό των δαπανών εργασίας και τη μεταρρύθμιση του συστήματος φορολόγησης των επαγγελματικών ακινήτων.
Στόχος, σύμφωνα με τον Μάρτιν, θα πρέπει να είναι η διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις και την ανάπτυξη, αντί να δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια για τις επιχειρήσεις.
Η ταυτόχρονη επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, η αναζωπύρωση του πληθωρισμού και οι πιέσεις στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων αναδεικνύουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η βρετανική οικονομία. Το κρίσιμο ερώτημα για την κυβέρνηση είναι κατά πόσο ο νέος προϋπολογισμός θα μπορέσει να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στα νοικοκυριά, χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά και τις προοπτικές ανάπτυξης.



