Ωστόσο, η ψηφοφορία δεν έδωσε ούτε στη συμμαχία των κομμάτων που αντιτίθενται στον Νετανιάχου το δρόμο προς την εξουσία, αφήνοντας το Ισραήλ αντιμέτωπο με μια περίοδο αβέβαιων πολιτικών διαπραγματεύσεων για το ποιος θα ηγηθεί της επόμενης κυβέρνησης. Η καταμέτρηση των τελικών αποτελεσμάτων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Θεωρητικά τα κόμματα που αντιτίθενται στον Νετανιάχου μπορούν να αθροίσουν την πλειοψηφία των 120 εδρών της Κνεσέτ, ωστόσο, η... εξίσωση είναι δύσκολη: Το μπλοκ υπό την ηγεσία του Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων συγκεντρώνει 52 έδρες, ενώ 18 έδρες εξασφαλίζουν τα αραβικά κόμματα, τα οποία, όμως, ακόμα δεν έχουν ενταχθεί σε κανένα από τα δύο στρατόπεδα. Παρ’ όλα αυτά, το Λικούντ του Νετανιάχου ξεπέρασε οριακά το κόμμα Γιάσαρ του Άιζενκοτ, παραμένοντας το μεγαλύτερο κόμμα στο κοινοβούλιο, με 24 έδρες έναντι 22.
Το αποτέλεσμα πυροδοτεί, σύμφωνα με την Washington Post, μια περίοδο έντονων πολιτικών διεργασιών, με τα αραβικά κόμματα του Ισραήλ —τα οποία κατέγραψαν τον υψηλότερο αριθμό κοινοβουλευτικών εδρών στην ιστορία τους— να διαδραματίζουν ενδεχομένως καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη του ορίου της πλειοψηφίας των 61 εδρών.
Τα επίσημα αποτελέσματα θα επικυρωθούν τις επόμενες ημέρες. Εάν οι προβλέψεις των exit polls επιβεβαιωθούν, τα κόμματα που συνδέονται με το μπλοκ του Άιζενκοτ θα ελέγχουν 52 έδρες, το μπλοκ του Νετανιάχου 50 και τα αραβικά κόμματα 18.
Μετά την ανακοίνωση των επίσημων αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, θα συναντηθεί με κάθε κόμμα που θα εκπροσωπείται στη νέα Κνεσέτ και θα αναθέσει στον επικεφαλής που θα κρίνει ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού.
Η εντολή αυτή, η οποία συνήθως δίνεται στον υποψήφιο που υποστηρίζεται από τον μεγαλύτερο αριθμό βουλευτών, παρέχει περιθώριο ενός μήνα για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, με δυνατότητα παράτασης κατά 14 ημέρες. Αυτό σημαίνει ότι το Ισραήλ ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με αρκετές ακόμη εβδομάδες πολιτικής αστάθειας.
Οι προβλέψεις των exit polls ολοκλήρωσαν μια πικρή προεκλογική εκστρατεία και μια ημέρα κατά την οποία οι Ισραηλινοί προσήλθαν στις κάλπες σε επίπεδα-ρεκόρ, σε εκλογές που θεωρούνταν ευρέως δημοψήφισμα για τον Νετανιάχου, τον πρωθυπουργό με τη μεγαλύτερη συνολική θητεία στην ιστορία της χώρας, σε μη συνεχόμενες περιόδους, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την εθνική ασφάλεια και την οικονομία.
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία το Ισραήλ εξακολουθεί να εμπλέκεται σε στρατιωτικές συγκρούσεις στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν, ενώ δέχεται έντονη διεθνή κριτική.
Στα μάτια των υποστηρικτών του Νετανιάχου —ή των λεγόμενων «μπιμπιστών»— ο έμπειρος πολιτικός, τον οποίο αποκαλούν «κύριο Ασφάλεια», κατάφερε να καταλάβει το ήμισυ της Γάζας, να επεκτείνει θεαματικά τους ισραηλινούς οικισμούς στη Δυτική Όχθη, να αποδεκατίσει τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και να πείσει τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να εξαπολύσει πόλεμο εναντίον του Ιράν.
Όλα αυτά, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, ενώ παράλληλα υπερασπίστηκε με σθένος το Ισραήλ απέναντι στις κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου και γενοκτονία.
Ωστόσο, ένας αυξανόμενος αριθμός επικριτών υποστηρίζει ότι ο Νετανιάχου πρέπει να λογοδοτήσει για τις αποτυχίες στον τομέα της ασφάλειας, οι οποίες δεν απέτρεψαν την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, τη χειρότερη επίθεση στην ιστορία του Ισραήλ.
Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι ο Νετανιάχου έχει υπονομεύσει τη διεθνή θέση του Ισραήλ, συμμαχώντας με ακροδεξιούς θρησκευτικούς εθνικιστές που προωθούν τη βίαιη κατάληψη γης στη Δυτική Όχθη. Παράλληλα, θεωρούν ότι έχει αποδυναμώσει τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας και έχει διχάσει την ισραηλινή κοινωνία, στηρίζοντας τους υπερορθόδοξους Εβραίους που αντιστέκονται στην υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.



