• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΕΕ και Βρετανία επανασυνδέουν τις αγορές άνθρακα – Στο τραπέζι η απαλλαγή από πρόσθετες επιβαρύνσεις
13:21 - 06 Νοε 2026

ΕΕ και Βρετανία επανασυνδέουν τις αγορές άνθρακα – Στο τραπέζι η απαλλαγή από πρόσθετες επιβαρύνσεις

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται κοντά σε συμφωνία για τη διασύνδεση των αγορών εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών, σε μια εξέλιξη που αναμένεται να περιορίσει το πρόσθετο κόστος για τις επιχειρήσεις και να διευκολύνει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο πλευρών. Η συμφωνία θα μπορούσε να απαλλάξει ευρωπαϊκά και βρετανικά προϊόντα από τις επιβαρύνσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο των αντίστοιχων Μηχανισμών Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), αποτρέποντας τη διπλή επιβάρυνση των βιομηχανιών για τις εκπομπές τους.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται στην προσπάθεια επαναπροσέγγισης Λονδίνου και Βρυξελλών μετά το Brexit, καθώς οι δύο πλευρές επιδιώκουν να περιορίσουν τα εμπόδια στο εμπόριο, χωρίς να αλλάξουν το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο των σχέσεών τους. Ωστόσο, η προοπτική στενότερης συνεργασίας προκαλεί αντιδράσεις στη Βρετανία, καθώς εκπρόσωποι της βιομηχανίας και πολιτικοί εκφράζουν ανησυχίες ότι η εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό σύστημα θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος άνθρακα για τις εγχώριες επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με προσχέδιο εγγράφου που είδε το Euronews, οι διαπραγματεύσεις για τη σύνδεση των Συστημάτων Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) βρίσκονται κοντά στην ολοκλήρωσή τους. Βασικός πυλώνας της συμφωνίας θα είναι η αμοιβαία αναγνώριση των δικαιωμάτων εκπομπών που εκδίδονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους χωρίς να αντιμετωπίζουν διπλές χρεώσεις κατά τη διασυνοριακή διακίνηση προϊόντων.

Η επίσημη ανακοίνωση αναμένεται να πραγματοποιηθεί στη σύνοδο κορυφής ΕΕ – Ηνωμένου Βασιλείου, που έχει προγραμματιστεί για τις 20 Νοεμβρίου στις Βρυξέλλες. Το προσχέδιο προβλέπει επίσης ότι η σύνδεση των δύο συστημάτων θα ανοίξει τον δρόμο για την εξαίρεση των προϊόντων ευρωπαϊκής και βρετανικής προέλευσης από τους αντίστοιχους μηχανισμούς συνοριακής προσαρμογής άνθρακα, υπό την προϋπόθεση ότι θα ολοκληρωθούν οι απαραίτητες νομοθετικές διαδικασίες.

«Χαιρετίζουμε την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τη σύνδεση των συστημάτων εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου. Αυτό θα επιτρέψει την αμοιβαία αναγνώριση των δικαιωμάτων εκπομπών και την εξαίρεση των προϊόντων των δύο πλευρών από τους αντίστοιχους μηχανισμούς CBAM, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νομοθετικές διαδικασίες, τις οποίες σκοπεύουμε να ξεκινήσουμε χωρίς καθυστερήσεις», αναφέρεται στο έγγραφο, το οποίο ενδέχεται να τροποποιηθεί πριν από τη δημοσιοποίησή του.

Το πρόβλημα που επιχειρεί να αντιμετωπίσει η συμφωνία

Η ανάγκη για διασύνδεση των δύο αγορών γίνεται εντονότερη μετά την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα τον Ιανουάριο του 2026, καθώς και ενόψει της εφαρμογής αντίστοιχου συστήματος από τη Βρετανία τον Ιανουάριο του 2027.

Οι μηχανισμοί αυτοί έχουν σχεδιαστεί για να εξισώνουν το κόστος άνθρακα μεταξύ των εγχώριων παραγωγών και των εισαγωγών από τρίτες χώρες. Στόχος είναι να αποτρέπεται η μεταφορά της παραγωγής σε οικονομίες με λιγότερο αυστηρούς περιβαλλοντικούς κανόνες, όπου οι επιχειρήσεις μπορούν να παράγουν με χαμηλότερο κόστος, χωρίς να επιβαρύνονται αντίστοιχα για τις εκπομπές τους.

Ωστόσο, στην περίπτωση της ΕΕ και της Βρετανίας, η απουσία σύνδεσης των δύο συστημάτων θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετα εμπόδια. Οι επιχειρήσεις που εξάγουν προϊόντα στην άλλη πλευρά της Μάγχης θα κινδύνευαν να επιβαρύνονται με επιπλέον κόστος άνθρακα, παρότι ήδη συμμετέχουν σε εθνικά συστήματα τιμολόγησης των εκπομπών. Με τη συμφωνία, οι δύο πλευρές επιχειρούν να αποφύγουν αυτή τη διπλή επιβάρυνση και να διατηρήσουν πιο ομαλές τις εμπορικές ροές.

Ιδιαίτερα σημαντικά αναμένεται να είναι τα οφέλη για ενεργοβόρους βιομηχανικούς κλάδους, όπως η χαλυβουργία, η παραγωγή αλουμινίου, τσιμέντου και λιπασμάτων. Πρόκειται για τομείς στους οποίους το κόστος των εκπομπών αποτελεί σημαντικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας και μπορεί να επηρεάσει άμεσα τόσο τις τιμές των προϊόντων όσο και τις αποφάσεις για νέες επενδύσεις.

Αξιωματούχοι των δύο πλευρών εκτιμούν ότι η σύνδεση των αγορών θα περιορίσει τις πρόσθετες χρεώσεις, θα διευκολύνει τις εξαγωγές και τις εισαγωγές και θα μειώσει τη γραφειοκρατική επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Παράλληλα, η δημιουργία μιας μεγαλύτερης ενιαίας αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαθεσιμότητά τους και να διευκολύνει τις συναλλαγές.

Οι αντιδράσεις στη Βρετανία και ο φόβος για υψηλότερο κόστος

Παρά τα αναμενόμενα οφέλη για το εμπόριο, η συμφωνία δεν αντιμετωπίζεται θετικά από όλους στη Βρετανία. Ο βουλευτής Ντέιβιντ Τάφνελ προειδοποιεί ότι η εγχώρια βιομηχανία βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο, υποστηρίζοντας ότι το υψηλό κόστος των εκπομπών άνθρακα αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επιταχύνουν την αποβιομηχάνιση της χώρας.

Σε δηλώσεις του στο Euronews, εξέφρασε την ανησυχία ότι η σύνδεση του βρετανικού συστήματος με το ευρωπαϊκό ενδέχεται να οδηγήσει τις τιμές άνθρακα στο Ηνωμένο Βασίλειο σε υψηλότερα επίπεδα, καθώς θα περιοριστούν οι αποκλίσεις μεταξύ των δύο αγορών.

Τα συστήματα εμπορίας εκπομπών έχουν ως βασικό στόχο να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να περιορίζουν το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα και να επενδύουν σε καθαρότερες τεχνολογίες. Για τον σκοπό αυτό, η ρύπανση αποκτά οικονομικό κόστος, το οποίο αυξάνει τα κίνητρα για την απανθρακοποίηση της παραγωγής. Ωστόσο, η ενεργειακή κρίση και οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν εντείνει τις ανησυχίες σχετικά με το κατά πόσο οι επιχειρήσεις μπορούν να απορροφήσουν τις πρόσθετες επιβαρύνσεις χωρίς να χάσουν την ανταγωνιστικότητά τους.

Ο Τάφνελ υποστηρίζει ακόμη ότι οι βρετανικές επιχειρήσεις λαμβάνουν λιγότερα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών σε σχέση με τις ευρωπαϊκές, κάτι που, όπως εκτιμά, τις θέτει σε μειονεκτική θέση. Ειδική αναφορά έκανε στις βιομηχανικές περιοχές, όπως το Πέμπροκσαϊρ, επισημαίνοντας ότι η αύξηση του κόστους άνθρακα θα μπορούσε να επηρεάσει την παραγωγή, τις επενδύσεις και την απασχόληση.

Όπως προειδοποίησε, εάν οι σχετικές επιβαρύνσεις αυξηθούν στη Βρετανία ταχύτερα από ό,τι σε ανταγωνιστικές οικονομίες, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να μεταφέρουν την παραγωγή τους στο εξωτερικό. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, θα οδηγούσε σε απώλεια θέσεων εργασίας και βιομηχανικής δραστηριότητας, χωρίς να εξασφαλίζει πραγματική μείωση των παγκόσμιων εκπομπών.

Η εναρμόνιση μετά το Brexit και το ETS2

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά τις διαφορετικές ρυθμίσεις που ισχύουν σήμερα στα δύο συστήματα, ιδίως ως προς την αντιμετώπιση των εκπομπών από τις μεταφορές και τα κτίρια. Η σύνδεση των αγορών θα απαιτήσει από τη Βρετανία να διατηρεί το σύστημα τιμολόγησης των εκπομπών της επαρκώς ευθυγραμμισμένο με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, εξέλιξη που αναμένεται να προκαλέσει πολιτικές συζητήσεις στο εσωτερικό της χώρας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η δεύτερη φάση του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας εκπομπών, γνωστή ως ETS2, η οποία αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή το 2029. Το νέο πλαίσιο θα επεκτείνει την τιμολόγηση του άνθρακα στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για τη θέρμανση των κτιρίων και τις οδικές μεταφορές. Οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου θα υποχρεούνται να καταβάλλουν αντίτιμο για τις εκπομπές που συνδέονται με τα καύσιμα τα οποία διαθέτουν στην αγορά.

Το κόστος αυτό εκτιμάται ότι θα μετακυλιστεί τουλάχιστον εν μέρει στους τελικούς καταναλωτές, μέσω των τιμών των καυσίμων και των λογαριασμών ενέργειας. Για τον λόγο αυτό, το ETS2 έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις και εντείνει τις ανησυχίες σχετικά με τις οικονομικές συνέπειες της πράσινης μετάβασης για τα νοικοκυριά.

Για τις Βρυξέλλες, η επέκταση της εφαρμογής των κανόνων τιμολόγησης άνθρακα και η σύνδεση με άλλες αγορές αποτελούν εργαλεία για την προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από τη «διαρροή άνθρακα». Πρόκειται για το φαινόμενο κατά το οποίο η παραγωγή μεταφέρεται σε χώρες με χαμηλότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα οι εκπομπές να μην περιορίζονται πραγματικά, αλλά απλώς να μετατοπίζονται γεωγραφικά.

Από την πλευρά του, το Λονδίνο επιδιώκει να εξασφαλίσει ευκολότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά και να μειώσει το κόστος για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, χωρίς να προχωρήσει σε επίσημη επανένταξη στο ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕ. Η ισορροπία ανάμεσα στα εμπορικά οφέλη και την πολιτική αυτονομία παραμένει, ωστόσο, ένα από τα βασικά ζητήματα της διαπραγμάτευσης.

Ενδεικτική της μεταβολής του κλίματος στη βρετανική κοινή γνώμη είναι δημοσκόπηση της Ομάδας της Μεσσήνης τον Οκτώβριο, σύμφωνα με την οποία το 49% των πολιτών τάσσεται υπέρ της επανένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έναντι 28,5% που διαφωνεί. Το εύρημα αποτυπώνει την αυξανόμενη διάθεση για στενότερες σχέσεις με τις Βρυξέλλες, χωρίς να σημαίνει ότι έχει διαμορφωθεί πολιτική συναίνεση για ανατροπή του Brexit.

Η διασύνδεση των αγορών άνθρακα αναμένεται, επομένως, να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα βήματα οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ. Το κατά πόσο θα καταφέρει να περιορίσει τις εμπορικές επιβαρύνσεις χωρίς να ενισχύσει τις πιέσεις στη βρετανική βιομηχανία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τους τελικούς όρους της συμφωνίας και τον τρόπο εφαρμογής της.