Η απόδοση του 10ετούς γαλλικού κρατικού ομολόγου (OAT) ανήλθε την Τρίτη 20 Οκτωβρίου στο 4,94%, ξεπερνώντας κατά περισσότερο από 1,5 ποσοστιαία μονάδα την αντίστοιχη απόδοση του γερμανικού ομολόγου, το οποίο αποτελεί σημείο αναφοράς για την πιστοληπτική αξιοπιστία στην Ευρώπη.
Το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των δύο αποδόσεων έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2012, όταν η ευρωζώνη βρισκόταν στη δίνη της κρίσης χρέους και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χρειάστηκε να παρέμβει για να αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη άνοδο του κόστους δανεισμού.
Δημοσιονομικές ανησυχίες και πολιτική αβεβαιότητα
Σύμφωνα με τη Le Monde, οι επενδυτές απομακρύνονται τις τελευταίες εβδομάδες από το γαλλικό χρέος, καθώς εντείνονται οι αμφιβολίες για την ικανότητα της κυβέρνησης να περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες και να ανακόψει την εκρηκτική αύξηση του δημόσιου χρέους. Την ίδια ώρα, διαδηλώσεις με αίτημα την ενίσχυση της χρηματοδότησης των σχολείων προκαλούν πρόσθετες πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον και η επικείμενη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Γαλλίας από τον οίκο Moody’s, η οποία αναμένεται την Παρασκευή. Μια πιθανή υποβάθμιση θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος με το οποίο δανείζεται το γαλλικό Δημόσιο.
Προϋπολογισμός με δύσκολους πολιτικούς συσχετισμούς
Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί επιχειρεί να εξασφαλίσει την έγκριση του προϋπολογισμού του 2027 από το κοινοβούλιο, χωρίς να διαθέτει την απαραίτητη πολιτική πλειοψηφία για το σχέδιο περικοπών δαπανών ύψους 43 δισ. ευρώ.
Ακόμη και αν ο προϋπολογισμός εγκριθεί, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας προβλέπεται να περιοριστεί μόλις στο 5% του ΑΕΠ, παραμένοντας αισθητά υψηλότερα από το όριο του 3% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος αναμένεται να διαμορφωθεί περίπου στο 120% του ΑΕΠ, δηλαδή στο διπλάσιο του ορίου του 60% που προβλέπεται για τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η άνοδος των αποδόσεων και η διεύρυνση της διαφοράς από τα γερμανικά ομόλογα αποτελούν σαφή ένδειξη ότι οι αγορές παρακολουθούν με αυξανόμενη επιφυλακτικότητα τις δημοσιονομικές εξελίξεις στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης.






