Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, Γιώργος Στάσσης, υπογράμμισε ότι, παρά την αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη των γεωπολιτικών συγκρούσεων, η ΔΕΗ διαθέτει πλέον την τεχνογνωσία και τα κατάλληλα εργαλεία για να διαχειριστεί αποτελεσματικά ενδεχόμενες αναταράξεις.
Καθοριστική διαφορά σε σχέση με το παρελθόν αποτελεί το γεγονός ότι το ενεργειακό σύστημα δεν αντιμετωπίζει σήμερα προβλήματα επάρκειας. Οι τιμές του φυσικού αερίου κινούνται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα (60–70 ευρώ/MWh), σε σύγκριση με τα ιστορικά υψηλά των 300–350 ευρώ/MWh το 2022, δημιουργώντας ένα σημαντικό «μαξιλάρι» ασφαλείας. Επιπλέον, το όριο ενεργοποίησης ευρωπαϊκών παρεμβάσεων, όπως ο μηχανισμός ανάκτησης υπερεσόδων, παραμένει στα 180 ευρώ/MWh, επίπεδο που απέχει σημαντικά από τις τρέχουσες τιμές.
Παράλληλα, η ΔΕΗ έχει ενισχύσει σημαντικά τη διαχείριση κινδύνου, εφαρμόζοντας σύγχρονες πρακτικές αντιστάθμισης (hedging), που περιορίζουν την έκθεση σε έντονες διακυμάνσεις της αγοράς. Σημαντικό ρόλο παίζει και η σύνθεση του πελατολογίου, με αυξημένη συμμετοχή σταθερών τιμολογίων, τα οποία λειτουργούν ως «ασπίδα» απέναντι στις μεταβολές της χονδρεμπορικής αγοράς. Ακόμη και σε περίπτωση νέας ανόδου των τιμών, η διοίκηση εκτιμά ότι οι επιπτώσεις θα είναι διαχειρίσιμες, χάρη στον συνδυασμό ρυθμιστικών εργαλείων και διαφοροποιημένου παραγωγικού χαρτοφυλακίου.
Κεντρικός πυλώνας της ανθεκτικότητας του ομίλου είναι η επιτάχυνση της ανάπτυξης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ ανήλθε στα 7,2 GW στο τέλος του 2025, έναντι 5,5 GW το 2024, καλύπτοντας πλέον το 58% της συνολικής ισχύος. Η πρόοδος αυτή ενισχύθηκε ιδιαίτερα το τέταρτο τρίμηνο του έτους, με νέα έργα τόσο στην Ελλάδα όσο και σε αγορές του εξωτερικού, όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Ιταλία.
Η παραγωγή από ΑΠΕ αυξήθηκε κατά 12%, φτάνοντας τις 6,9 TWh και αντιπροσωπεύοντας το 33% της συνολικής παραγωγής, με αιχμή τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά έργα. Παράλληλα, έργα ισχύος 3,7 GW βρίσκονται σε ώριμο στάδιο ανάπτυξης, ενώ η εταιρεία επεκτείνεται δυναμικά και στον τομέα της αποθήκευσης ενέργειας, με τα πρώτα έργα BESS σε Ελλάδα και Ρουμανία.
Η αυξανόμενη συμμετοχή των ΑΠΕ μειώνει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο και θωρακίζει τη ΔΕΗ απέναντι στις διεθνείς ενεργειακές διακυμάνσεις. Την ίδια στιγμή, η χρονική συγκυρία της κρίσης –σε περίοδο χαμηλότερης ζήτησης και αυξημένης πράσινης παραγωγής– προσφέρει επιπλέον περιθώρια διαχείρισης έως την καλοκαιρινή αιχμή.
Σημαντικές εξελίξεις αναμένονται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με τις αλλαγές στο σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS) να εκτιμάται ότι θα συμβάλουν στην εξομάλυνση της αγοράς και στη μείωση του ενεργειακού κόστους.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΔΕΗ διατηρεί υψηλούς στόχους για το 2026, με προσαρμοσμένο EBITDA στα 2,4 δισ. ευρώ και καθαρά κέρδη άνω των 700 εκατ. ευρώ, συνεχίζοντας την ενίσχυση του χαρτοφυλακίου ΑΠΕ και αποθήκευσης. Όπως τονίζεται από τη διοίκηση, ο όμιλος διαθέτει πλέον ένα ανθεκτικό και διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα, ισχυρή χρηματοοικονομική βάση και, κυρίως, την εμπειρία να λειτουργεί αποτελεσματικά ακόμη και σε συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας.



