• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Κομισιόν για ελληνική οικονομία: «Φρενάρει» η ανάπτυξη με άλμα του πληθωρισμού στο 3,7%
13:17 - 21 Μάι 2026

Κομισιόν για ελληνική οικονομία: «Φρενάρει» η ανάπτυξη με άλμα του πληθωρισμού στο 3,7%

Στις Εαρινές Οικονομικές Προβλέψεις που δημοσιοποίησε σήμερα (Πέμπτη, 21/5) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκτιμάται ότι η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα θα επιβραδυνθεί από 2,1% το 2025 σε 1,8% το 2026 και περαιτέρω σε 1,6% το 2027, εξαιτίας του «σοκ» στις τιμές της ενέργειας. Παράλληλα, προβλέπεται αύξηση του πληθωρισμού στο 3,7% το 2026, έναντι 2,9% το 2025.  

Παρότι οι προβλέψεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας αναθεωρούνται προς τα κάτω σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις της Επιτροπής —καθώς το φθινόπωρο προβλεπόταν ανάπτυξη 2,2% για το 2026 έναντι 1,8% σήμερα— η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον μέσο όρο της ΕΕ και της ευρωζώνης για τα έτη 2026 και 2027.

Αντίστοιχα, χαμηλότερες προβλέψεις για την ανάπτυξη και υψηλότερες για τον πληθωρισμό καταγράφονται τόσο στην ΕΕ όσο και στην ευρωζώνη. Η Επιτροπή σημειώνει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία, ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη στο νέο ενεργειακό σοκ που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, το οποίο χαρακτηρίζεται ως το δεύτερο σημαντικό ενεργειακό πλήγμα μέσα σε διάστημα μικρότερο των πέντε ετών.

Για την ευρωζώνη, η ανάπτυξη εκτιμάται στο 0,9% το 2026 και στο 1,2% το 2027, όταν στις φθινοπωρινές προβλέψεις του 2025 αναμενόταν να διαμορφωθεί στο 1,2% και 1,4% αντίστοιχα. Σε επίπεδο ΕΕ, το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,1% το 2026, χαμηλότερα από την προηγούμενη πρόβλεψη του 1,4%, ενώ το 2027 αναμένεται να ενισχυθεί στο 1,4%.

Όσον αφορά τον πληθωρισμό στην Ελλάδα, η Επιτροπή εκτιμά ότι θα διαμορφωθεί στο 3,7% το 2026 και θα αποκλιμακωθεί εκ νέου στο 2,4% το 2027. Σε σχέση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις, η νέα εκτίμηση για το 2026 είναι αυξημένη κατά 1,4 ποσοστιαία μονάδα, καθώς τότε ο πληθωρισμός προβλεπόταν στο 2,3%.

Στην ευρωζώνη, ο πληθωρισμός αναμένεται να ανέλθει στο 3% το 2026 και να περιοριστεί στο 2,3% το 2027, ενώ στην ΕΕ προβλέπεται να κινηθεί στο 3,1% το 2026 και στο 2,4% το 2027.

Βάρος από την ενέργεια, «ανάσα» από επενδύσεις και ευρωπαϊκά κονδύλια

Η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα παρουσιάσει επιβράδυνση, με τον ρυθμό ανάπτυξης να υποχωρεί από 2,1% το 2025 σε 1,8% το 2026, καθώς οι αυξημένες τιμές στην ενέργεια περιορίζουν το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και επηρεάζουν αρνητικά την κατανάλωση.

Παρά τις πιέσεις, οι επενδύσεις αναμένεται να διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, χάρη στη συνεχιζόμενη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων. Για το 2027, η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται να επιβραδυνθεί περαιτέρω στο 1,6%, καθώς ολοκληρώνεται η εφαρμογή του μηχανισμού RRF.

Πιέσεις στον πληθωρισμό από το ενεργειακό κόστος

Ο πληθωρισμός προβλέπεται να ενισχυθεί στο 3,7% το 2026, κυρίως λόγω της απότομης αύξησης των τιμών ενέργειας. Το 2027 εκτιμάται ότι θα αποκλιμακωθεί στο 2,4%, ωστόσο ο δομικός πληθωρισμός —χωρίς την ενέργεια και τα τρόφιμα— αναμένεται να παραμείνει αυξημένος, καθώς οι επιπτώσεις των ανατιμήσεων θα επεκταθούν και σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Την ίδια στιγμή, η χώρα αναμένεται να διατηρήσει θετική δημοσιονομική εικόνα, με σταθερά πλεονάσματα κατά την περίοδο 2025-2027, παρά την εφαρμογή επεκτατικών μέτρων στήριξης. Η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα προβλέπεται να συνεχίσουν να μειώνουν σταθερά το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, το οποίο εκτιμάται ότι θα πλησιάσει το 134% έως το τέλος του 2027.

Ανάπτυξη με «καύσιμο» επενδύσεις και κατανάλωση

Το 2025 η ελληνική οικονομία συνέχισε να κινείται σε αναπτυξιακή τροχιά, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2,1% για τρίτη διαδοχική χρονιά. Η άνοδος στηρίχθηκε κυρίως στις επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τις καθαρές εξαγωγές.

Η επενδυτική δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα παραμείνει ισχυρή και το 2026, χάρη στις αυξημένες εισροές ευρωπαϊκών κονδυλίων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Ωστόσο, η ενεργειακή κρίση αναμένεται να περιορίσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Τα δημοσιονομικά μέτρα που ανακοινώθηκαν το 2025 —όπως οι μειώσεις φόρων, οι αυξήσεις στους μισθούς του δημόσιου τομέα και τα μέτρα στήριξης για την ενέργεια— εκτιμάται ότι θα αμβλύνουν μέρος των επιπτώσεων. Παρ’ όλα αυτά, η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να επιβραδυνθεί.

Επιβράδυνση το 2027 και κίνδυνοι για τον τουρισμό

Η ζήτηση για εισαγωγές προβλέπεται να παραμείνει αυξημένη, λόγω της εξάρτησης των επενδύσεων από εισαγόμενα αγαθά και εξοπλισμό. Παράλληλα, το 2027 η ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα περιοριστεί περαιτέρω, καθώς οι επενδύσεις θα επιβραδυνθούν με την ολοκλήρωση του RRF.

Συνολικά, ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 1,8% το 2026 και στο 1,6% το 2027, παραμένοντας πάντως υψηλότερος από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν καθοδικοί κίνδυνοι, καθώς μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγές υπηρεσιών, ιδιαίτερα τον τουρισμό.

Η ακρίβεια επιμένει παρά την αναμενόμενη αποκλιμάκωση

Ο πληθωρισμός παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα και το 2025, με μέσο όρο 2,9%, αντανακλώντας την ισχυρή ζήτηση, τις πιέσεις στην αγορά εργασίας και τις επιπτώσεις των μέτρων κατά της φοροδιαφυγής.

Η πρόσφατη άνοδος στις τιμές της ενέργειας εκτιμάται ότι θα αυξήσει περαιτέρω τις λιανικές τιμές ενέργειας και θα ενισχύσει τον πληθωρισμό το 2026, επηρεάζοντας σταδιακά και τα μη ενεργειακά αγαθά και υπηρεσίες.

Για το 2027, μια πιθανή διόρθωση στις τιμές ενέργειας αναμένεται να συμβάλει στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Ωστόσο, οι καθυστερημένες αυξήσεις στις τιμές ενεργοβόρων προϊόντων και υπηρεσιών, σε συνδυασμό με τις πιέσεις από τους μισθούς και τη στενότητα στην αγορά εργασίας, αναμένεται να διατηρήσουν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Ανθεκτική αλλά πιεσμένη η αγορά εργασίας

Η αγορά εργασίας συνέχισε να εμφανίζει ανθεκτικότητα το 2025, με την ανεργία να υποχωρεί στο 8,4% το τελευταίο τρίμηνο — το χαμηλότερο επίπεδο από το 2008 — αν και παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ, που διαμορφώνεται στο 6%.

Η μακροχρόνια ανεργία παρέμεινε κοντά στο 5%, διατηρώντας την Ελλάδα στην πρώτη θέση στην ΕΕ, γεγονός που συνδέεται με χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως το χάσμα δεξιοτήτων και οι ελλείψεις στις δομές φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων.

Παράλληλα, οι κενές θέσεις εργασίας μειώθηκαν, χωρίς όμως να εξαλειφθούν οι πιέσεις στην αγορά, κυρίως σε τομείς όπως ο τουρισμός και οι κατασκευές. Η απασχόληση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, αλλά με πιο ήπιους ρυθμούς, εξαιτίας της χαμηλότερης οικονομικής δραστηριότητας και των διαρθρωτικών περιορισμών.

Διατήρηση πλεονασμάτων και μείωση του χρέους

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, το 2025 το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης κατέγραψε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, υψηλότερο από το 1,1% που είχε προβλεφθεί το φθινόπωρο του 2025. Το αποτέλεσμα αποδίδεται στις χαμηλότερες κρατικές δαπάνες αλλά και στα αυξημένα φορολογικά έσοδα, κυρίως από τον ΦΠΑ, χάρη στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.

Για το 2026 προβλέπεται ότι το πλεόνασμα θα παραμείνει θετικό, αλλά μειωμένο στο 0,8% του ΑΕΠ. Η πρόβλεψη αυτή ενσωματώνει νέα επεκτατικά μέτρα, όπως φορολογικές ελαφρύνσεις, μειώσεις στον φόρο ακινήτων και στον ΦΠΑ, αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, καθώς και μέτρα στήριξης για την ενέργεια.

Στις παρεμβάσεις περιλαμβάνονται επιδοτήσεις καυσίμων για νοικοκυριά, ενισχύσεις σε μεταφορές και γεωργία, οικονομική στήριξη σε οικογένειες με παιδιά και αποζημιώσεις σε ναυτιλιακές εταιρείες.

Παράλληλα, οι αλλαγές σε ήδη υπάρχοντα μέτρα —όπως η αύξηση επιδομάτων συνταξιούχων και η διεύρυνση των κριτηρίων για επιδότηση ενοικίου— εκτιμάται ότι θα έχουν επιπλέον δημοσιονομικό κόστος περίπου 0,1% του ΑΕΠ.

Την ίδια ώρα, οι αμυντικές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν από 2,4% του ΑΕΠ το 2025 σε 2,6% το 2026. Ωστόσο, η αύξηση των κρατικών εσόδων λόγω της ονομαστικής ανάπτυξης αναμένεται να περιορίσει μέρος του δημοσιονομικού κόστους.

Σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους

Για το 2027, το δημοσιονομικό ισοζύγιο εκτιμάται ότι θα παραμείνει πλεονασματικό στο 0,6% του ΑΕΠ, παρά την επίδραση νέων μέτρων, όπως η περαιτέρω μείωση ασφαλιστικών εισφορών και οι πρόσθετες αυξήσεις στους μισθούς του δημόσιου τομέα.

Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε στο 146,1% το 2025, δηλαδή σχεδόν 43 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα σε σχέση με το υψηλό επίπεδο που είχε καταγραφεί πριν από την πανδημία, το 2018. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, ο δείκτης χρέους αναμένεται να συνεχίσει την πτωτική του πορεία και να διαμορφωθεί στο 134,4% έως το 2027, χάρη στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη και τα διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα.