Ο κ. Τσαγγάρης παραθέτει αναλυτικά τις χρεώσεις που αντιμετωπίζουν οι μικροί επιχειρηματίες, αναφέρει ότι η συνεργασία με τις τράπεζες κοστίζει πλέον σε κάθε μικρή επιχείρηση περίπου 150–200 ευρώ τον μήνα. Παρά την ανακοίνωση μέτρων, σημειώνει πως ο Υπουργός δεν έδωσε λύσεις στα ουσιαστικά προβλήματα των μικρομεσαίων και ότι οι εξαγγελίες έχουν περισσότερο επικοινωνιακό χαρακτήρα, χωρίς να αγγίζουν τον πυρήνα της αγοράς.
Όπως αναφέρει στην ανακοίνωση του αναλυτικά ο κ. Τσαγγάρης: «Όλα αυτά που επικοινωνεί ο Υπουργός για τη μείωση των προμηθειών των τραπεζών από τη Δευτέρα, 11 Αυγούστου, δεν αγγίζουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις!!!
Θα υπάρξουν μειώσεις, αλλά πάλι όχι για εμάς, τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες.
ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ, ΑΠΟ ΔΕΥΤΕΡΑ 11/8, ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ:
1. Για να πάρουμε ένα καρνέ επιταγών – αν το πάρουμε – από 15 έως 50 €.
2. Για διατήρηση κάθε λογαριασμού, κάθε μήνα, από 3 έως 7 €, ή το έτος 60 €, και μάλιστα προκαταβολικά. Μετά τη συγχώνευση των τραπεζών, έχουμε δύο - τρεις λογαριασμούς σε κάθε τράπεζα. Αλλού το POS, αλλού το καρνέ.
3. Θα πληρώνουμε για τη διατήρηση του POS, από 10 έως 60 € τον μήνα, ανάλογα την τράπεζα και τον τζίρο που κάνει η κάθε επιχείρηση.
4. Υψηλή τιμή προμήθειας για κάθε συναλλαγή μέσω POS – και μάλιστα για χρήματα που δεν μας ανήκουν, όπως είναι ο ΦΠΑ!
5. Θα πληρώνουμε προμήθειες για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές με τους προμηθευτές μας – δηλαδή για να τους πληρώσουμε!
6. Θα πληρώνουμε προμήθεια για τη μισθοδοσία, όταν το προσωπικό μας – για προσωπικούς του λόγους – δεν έχει λογαριασμό στην ίδια τράπεζα με αυτήν που συνεργάζεται η επιχείρηση.
7. Θα πληρώνουμε 31 € για ανανέωση νομιμοποίησης, ενώ μέχρι τώρα παρεχόταν δωρεάν από όλες τις τράπεζες.
8. Θα πληρώνουμε 50 € για να πάρουμε ένα αντίγραφο σύμβασης που έχουμε υπογράψει εδώ και χρόνια με την τράπεζα – και που μέχρι τώρα μας δινόταν δωρεάν.
Τελικά, στοιχίζει σε κάθε μικρή επιχείρηση από 150 έως 200 € τον μήνα η συνεργασία της με την τράπεζα. Για όλα αυτά, ο Υπουργός δεν μας είπε τίποτα.
Τα μέτρα είναι θετικά, αλλά δεν αγγίζουν την καρδιά της αγοράς. Έχουν περισσότερο επικοινωνιακό χαρακτήρα. Καλό είναι κάποια στιγμή οι αποφάσεις να περιλαμβάνουν και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αγωνίζονται να επιβιώσουν σε ένα καθεστώς σκληρού ανταγωνισμού».







