Ο τουρισμός, που θεωρείται «βαριά βιομηχανία» της χώρας φέρνει ρευστότητα και εισοδήματα που διαχέονται στο σύνολο του πληθυσμού. Όμως, όλοι οι εμπλεκόμενοι με τον τουρισμό φορείς, όπως και οι τουριστικοί επιχειρηματίες θέτουν ερωτήματα σχετικά με την βιωσιμότητα του ελληνικού τουριστικού μοντέλου. Θα συνεχίσει ο τουρισμός να αναπτύσσεται τα επόμενα χρόνια και να συμβάλλει καθοριστικά στην ελληνική οικονομία;
Οι εκτιμήσεις τόσο των οικονομολόγων όσο και των επιχειρηματιών του τουρισμού εξαρτώνται από την πορεία πολλών παραγόντων, ορισμένοι από τους οποίους συνδέονται με εξωτερικές συνθήκες, όπως π.χ. την εξέλιξη του διαθεσίμου εισοδήματος των αλλοδαπών τουριστών που επισκέπτονται τη χώρα ή το αν θα αναπτυχθούν και θα γίνουν «μόδα» κάποιοι νέοι ανταγωνιστικοί τουριστικοί προορισμοί που θα μειώσουν το τουριστικό ρεύμα προς την Ελλάδα. Αυτούς τους εξωγενείς παράγοντες δεν μπορούμε ευθέως να τους επηρεάσουμε. Όμως, όλοι συμφωνούν πως η βιωσιμότητα του ελληνικού τουρισμού εξαρτάται σημαντικά από ορισμένους εγχώριους παράγοντες των οποίων την βελτίωση πρέπει επειγόντως να διασφαλίσουμε. Οι παράγοντες αυτοί είναι:
• Η δημιουργία υποδομών, ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο των παρεχόμενων τουριστικών υπηρεσιών και ταυτόχρονα να προστατευθούν οι τουριστικές περιοχές από την επιβάρυνση με μεγάλους αριθμούς επισκεπτών.
• Η διατήρηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ελληνικού τουριστικού προϊόντος που αποτελούν τον κύριο λόγο για τον οποίο επιλέγουν την Ελλάδα οι τουρίστες έναντι άλλων τουριστικών προορισμών.
• Η συνεργασία μεταξύ του κράτους, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των τουριστικών επιχειρηματιών, των επιστημόνων αλλά και των τοπικών κοινωνιών, ώστε να συνδιαμορφώσουν τον χαρακτήρα κάθε τουριστικής περιοχής και να υλοποιήσουν τις βελτιώσεις που απαιτούνται για να επιτευχθεί βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη.
Δυστυχώς, πρόσφατα ακούσαμε από τα πιο αρμόδια χείλη, την Γενική Γραμματέα του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού του ΟΗΕ, Σέιχα Νάσερ αλ Νουέις, ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε είναι η εσφαλμένη πεποίθηση πως ο τουρισμός θα συνεχίσει να αναπτύσσεται από μόνος του. Και προειδοποίησε: «Η ανάπτυξη χωρίς βιωσιμότητα και ανθεκτικότητα είναι εύθραυστη».
Ζητήσαμε από τον κ. Γιώργο Αλεξανδράκη, αρχιτέκτονα και τουριστικό επιχειρηματία (St Nicholas Bay resort στον Αγιο Νικόλαο Κρήτης) την άποψη του για το τι πρέπει να γίνει, ώστε να εξασφαλιστεί η βιώσιμη ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού.
Ο κ. Αλεξανδράκης υποστηρίζει ότι παρόμοιες επισημάνσεις με αυτές της Σέιχα αλ Νουέι διατυπώνονται ολοένα και συχνότερα όταν αναλύεται η πορεία του τουρισμού στην Ελλάδα.
Οι διαπιστώσεις αυτές αναδεικνύουν δύο βασικά ζητήματα:
• την έντονη αγωνία ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων που είτε δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στον τουρισμό είτε παρακολουθούν τα τεκταινόμενα από θέσεις ευθύνης
• και την εμφανή έλλειψη ενημέρωσης – και κατά συνέπεια προβληματισμού – σε ευρύτερες ομάδες που συμμετέχουν στην παραγωγή του τουριστικού προϊόντος.
ΥΠΟΔΟΜΕΣ
Τα τελευταία τρία χρόνια έχει καταγραφεί ραγδαία αύξηση διανυκτερεύσεων στη χώρα, με παράλληλη ανάπτυξη προορισμών, συχνά με τρόπο ανεξέλεγκτο και άναρχο. Η επιβάρυνση πολλών περιοχών είναι πλέον ορατή: κόπωση του οδικού δικτύου, δυσκολίες στη διαχείριση απορριμμάτων, εξάντληση υδάτινων πόρων, καθώς και αισθητική υποβάθμιση, λόγω έλλειψης ή μειωμένης εφαρμογής κανόνων. Πρόκειται για προβλήματα υπαρκτά, εξελισσόμενα και επείγοντα.
Οι άνθρωποι του τουρισμού ζητούν συστηματικά τις παρεμβάσεις της Πολιτείας, έτσι ώστε – μέσω των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων και του χωροταξικού σχεδιασμού – να προστατευθούν μακροπρόθεσμα οι οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές προοπτικές της χώρας.
Το νέο χωροταξικό του τουρισμού, που παρουσιάζεται αυτές τις ημέρες, αποτελεί αναμφίβολα ένα κρίσιμο εργαλείο προς αυτήν την κατεύθυνση.
Ωστόσο, το ουσιαστικό βήμα θα είναι η εφαρμογή των τοπικών χωροταξικών σχεδίων που εκπονούνται σήμερα σε όλη την επικράτεια. Δεδομένου, όμως, ότι βρισκόμαστε ακόμη στο στάδιο του σχεδιασμού, η πλήρης εφαρμογή τους, μέσω των απαραίτητων νομοθετικών ρυθμίσεων, θα απαιτήσει χρόνο που δεν διαθέτουμε.
ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ
Γι’ αυτόν τον λόγο, καθίσταται κρίσιμος ο καλλιεργημένος προσανατολισμός προς μια κουλτούρα βιωσιμότητας σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Η βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη προϋποθέτει συμμετοχικές διαδικασίες και αναβαθμισμένο ρόλο όλων: δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τοπικής αυτοδιοίκησης και επιστημονικών φορέων.
Απαιτεί συστηματική συνεργασία για τη δημιουργία ενός σταθερού πλαισίου που θα ενισχύει την ανθεκτικότητα και θα διατηρεί την ανταγωνιστικότητα μέσα από την ανάδειξη της ταυτότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε περιοχής.
ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ
Η ανάδειξη της μοναδικότητας κάθε προορισμού, η αυθεντική φιλοξενία και η έμφαση στην τοπική ιδιαιτερότητα – αντί της άκριτης μίμησης – πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα για τις τοπικές κοινωνίες. Για να επιτευχθεί αυτό, απαραίτητη είναι η δημιουργία περιβάλλοντος συναίνεσης, ευθύνη που ανήκει πρωτίστως στην τοπική αυτοδιοίκηση. Εκείνη οφείλει να καλλιεργήσει την αναγκαία κουλτούρα συνεργασίας, ώστε να διασφαλιστούν συνθήκες win–win μεταξύ της τοπικής επιχειρηματικότητας και της κοινωνίας, με στόχο την κοινή ευημερία.
Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και ο καθοριστικός ρόλος της αρχιτεκτονικής ως παράγοντα διατήρησης της εθνικής και τοπικής ταυτότητας στο παραγόμενο – και συχνά ραγδαία αναπτυσσόμενο – δομημένο περιβάλλον. Κάθε νέα εγκατάσταση οφείλει να σχεδιάζεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την ιστορία του τόπου υποδοχής.
Η προσέγγιση αυτή, σε συνδυασμό με τη διατήρηση όλων όσων καθιστούν το ελληνικό τουριστικό προϊόν μοναδικό – το ελληνικό χρώμα, την ταυτότητα του προορισμού, την αυθεντική φιλοξενία – αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για μια πραγματικά βιώσιμη και ανθεκτική τουριστική ανάπτυξη.



