Ανάπτυξη 2,3% με οδηγό τις επενδύσεις
Η βασική, αισιόδοξη, κατά πολλούς, παραδοχή του προϋπολογισμού, πάντως, είναι ότι η ελληνική οικονομία θα ανεβάσει ταχύτητα το 2027, με τον ρυθμό ανάπτυξης να διαμορφώνεται στο 2,3%, από 2% φέτος. Οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες του σχεδιασμού. Η κατανάλωση, ωστόσο, αναμένεται να παρουσιάσει οριακή επιβράδυνση, με ρυθμό 1,5% έναντι 1,6% το 2026, καθώς το κόστος ζωής εξακολουθεί να περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Ιδιαίτερο βάρος πέφτει στις επενδύσεις. Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης εισέρχεται στην τελική φάση του, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο, ώστε να μην υπάρξει κενό στη χρηματοδότηση της οικονομίας. Για το 2027 προβλέπονται συνολικά 11 δισ. ευρώ, από τα οποία 4 δισ. ευρώ θα προέλθουν από εθνικούς πόρους και 7 δισ. ευρώ από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα. Το ύψος των επενδυτικών πόρων αναμένεται να αυξηθεί στα 12,2 δισ. ευρώ το 2028, στα 13,2 δισ. ευρώ το 2029 και στα 14,2 δισ. ευρώ το 2030.
Το μεγάλο στοίχημα είναι η διατήρηση του επενδυτικού ρυθμού και μετά την ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, ώστε η οικονομία να μη χάσει έναν από τους βασικούς κινητήρες της.
Η ακρίβεια επιμένει
Σημαντικότερο ίσως εμπόδιο για την πραγματική οικονομία παραμένει ο πληθωρισμός. Η νέα πρόβλεψη για το 2026 ανεβαίνει στο 3,6% από 3,2%, ενώ για το 2027 προβλέπεται αποκλιμάκωση στο 2,4%-2,5%.
Η ενεργειακή αγορά, άλλωστε, αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας. Ο προϋπολογισμός έχει στηριχθεί στην παραδοχή ότι η μέση τιμή του Brent θα διαμορφωθεί το 2027 στα 89 δολάρια το βαρέλι, έναντι 82 δολαρίων της τελευταίας εκτίμησης για το 2026. Η υπόθεση αυτή απέχει σημαντικά από τα 64 δολάρια στα οποία είχε στηριχθεί ο περσινός προϋπολογισμός και δείχνει πόσο πιο σύνθετο έχει γίνει το διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Μια νέα ενεργειακή ανατίμηση θα μπορούσε, βέβαια, να μεταφερθεί στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και στις τιμές των προϊόντων, επιβαρύνοντας εκ νέου το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και τα λειτουργικά κόστη των επιχειρήσεων.
Εξαγωγές και απασχόληση
Θετική παραμένει, παράλληλα, η εικόνα στην αγορά εργασίας. Η ανεργία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να υποχωρεί, φθάνοντας στο 7,9% το 2027, από 8,3% φέτος. Να σημειωθεί ότι η εξέλιξη της απασχόλησης αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που μπορούν να στηρίξουν την κατανάλωση και τα φορολογικά έσοδα, υπό την προϋπόθεση ότι η αύξηση των εισοδημάτων θα υπερκαλύπτει τις πιέσεις από το κόστος ζωής.
Πλεονάσματα και χρέος
Στο δημοσιονομικό μέτωπο, ο προϋπολογισμός προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 2,4% του ΑΕΠ το 2027, ενώ εξετάζεται ακόμη και στόχος έως 3,7%.Η εικόνα των φορολογικών εσόδων, με αιχμή τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ, δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων. Για το 2026 το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται πλέον ότι θα ξεπεράσει το 4% του ΑΕΠ, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 3,2%.Οι πρωτογενείς δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3% το 2027, εντός των ορίων που θέτει το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.
Την ίδια στιγμή, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους συνεχίζεται. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει από 136,8% το 2026 στο 134,4% το 2028, ενώ ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει πτώση κάτω από το 120% το 2029 και κάτω από το 110% έως το 2031. Σημαντική συμβολή στην προσπάθεια αυτή έχουν οι πρόωρες αποπληρωμές χρέους, οι οποίες φέτος ανέρχονται συνολικά σε 12,84 δισ. ευρώ. Περιλαμβάνουν την πρόωρη εξόφληση 6,94 δισ. ευρώ από τα διμερή δάνεια του πρώτου προγράμματος στήριξης, την αποπληρωμή 2,5 δισ. ευρώ προς τον EFSF, τη μείωση κατά 1,2 δισ. ευρώ των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου και την πρόωρη εξόφληση ομολογιακού δανείου περίπου 2,2 δισ. ευρώ. Οι κινήσεις αυτές αναμένεται να περιορίσουν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους κατά περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ το συνολικό όφελος σε ορίζοντα επταετίας εκτιμάται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.
Ο δημοσιονομικός χώρος και το πακέτο των παροχών
Τα αυξημένα έσοδα, πάντως, ένεκα του πληθωρισμού και της υπεραπόδοσης των φόρων με βατήρα τις ψηφιακές πληρωμές, δημιουργούν τον απαιτούμενο χώρο για ένα σημαντικό πακέτο φοροελαφρύνσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων.
Το προσχέδιο ενσωματώνει, έτσι, παρεμβάσεις συνολικού ύψους 1,9 δισ. ευρώ για την περίοδο 2027-2030, ενώ παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων μέτρων την άνοιξη.Τα τελικά περιθώρια, πάντως, θα επανεξεταστούν τον Απρίλιο, μετά την επικύρωση από τη Eurostat των στοιχείων για την ανάπτυξη και το πρωτογενές πλεόνασμα του 2026. Οι πρώτες εκτιμήσεις, ωστόσο, τοποθετούν τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο στα 350-400 εκατ. ευρώ.
Στο μεταξύ στο ήδη ανακοινωμένο πακέτο περιλαμβάνονται φορολογικές ελαφρύνσεις για ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και τρίτεκνους, αύξηση της μόνιμης ενίσχυσης του Νοεμβρίου για συνταξιούχους και ευάλωτες ομάδες, αλλά και η θέσπιση επιδόματος Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά για τους δημοσίους υπαλλήλους από το 2027.
Παράλληλα, προβλέπονται η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, η σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, η μείωση της προκαταβολής φόρου για ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις και η επιτάχυνση των αποσβέσεων για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό.
Στις παρεμβάσεις περιλαμβάνονται επίσης η τιμαριθμοποίηση των αναπηρικών επιδομάτων και η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ για κύριες κατοικίες έως 400.000 ευρώ σε μικρούς οικισμούς, με ειδική πρόβλεψη για τη Δυτική Μακεδονία.
Το ρίσκο βρίσκεται εκτός συνόρων
Πίσω από τους αριθμούς του προϋπολογισμού βρίσκεται, ωστόσο, μια σημαντική παράμετρος, έντονα εξωγενής. Ουσιαστικά η ελληνική οικονομία παραμένει εκτεθειμένη σε εξελίξεις που δεν μπορεί να ελέγξει, χωρίς, μάλιστα, να έχει αναπτύξει εκείνες τις αναγαίες αντοχές με ένα πολύμορφο παραγωγικό μοντέλο.
Για τον λόγο αυτό, η επιτυχία του προϋπολογισμού δεν θα κριθεί μόνο από την επίτευξη των στόχων του βασικού σεναρίου, αλλά και από την ικανότητα της οικονομίας να απορροφά εξωτερικά σοκ. Και όλα αυτά σε μια χρονιά που η οικονομική πολιτική θα διασταυρωθεί αναπόφευκτα με την πολιτική συγκυρία και τον εκλογικό ορίζοντα.







