• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Ακρίβεια: Τέσσερις εστίες πληθωριστικών πιέσεων - Πώς η ενεργειακή κρίση περνά στο κόστος ζωής
08:16 - 12 Οκτ 2026

Ακρίβεια: Τέσσερις εστίες πληθωριστικών πιέσεων - Πώς η ενεργειακή κρίση περνά στο κόστος ζωής

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Νέο κύμα ανατιμήσεων σε βασικά καταναλωτικά αγαθά βρίσκεται σε εξέλιξη, με τις αυξήσεις στα ράφια των σούπερ μάρκετ να αναμένεται να συνεχιστούν σταδιακά έως τα μέσα Νοεμβρίου. Παρά τις ενδείξεις αποκλιμάκωσης που καταγράφηκαν τον Σεπτέμβριο σε ορισμένους δείκτες τιμών, η εικόνα στην αγορά παραμένει σύνθετη, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος, οι ελλείψεις σε πρώτες ύλες και οι επιβαρύνσεις στην παραγωγή και τη μεταφορά δημιουργούν νέες εστίες πληθωριστικών πιέσεων.

Στη λίστα των ανατιμήσεων περιλαμβάνονται φρυγανιές και κριτσίνια με αυξήσεις έως 10%, μπαχαρικά, μπισκότα και εμφιαλωμένα νερά έως 9%, ζάχαρη και λαχανικά σε κονσέρβα έως 8%, κρουασάν έως 7,5%, ψωμί του τοστ έως 7% και καθαριστικά έως 4,5%.

Οι συγκεκριμένες ανατιμήσεις αφορούν μεμονωμένες επιχειρήσεις και δεν αποτυπώνουν οριζόντιες αυξήσεις σε ολόκληρους τους αντίστοιχους κλάδους. Σε ορισμένες, δε, περιπτώσεις οι νέες τιμές έχουν ήδη περάσει στα ράφια, ενώ σε άλλες αναμένεται να εφαρμοστούν σταδιακά μέσα στις επόμενες εβδομάδες.

Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν οι προοπτικές για τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Στη φέτα και σε άλλα προϊόντα που παράγονται από πρόβειο γάλα αναμένονται ανατιμήσεις που ενδέχεται να ξεπεράσουν το 10%, κυρίως εξαιτίας της σημαντικής έλλειψης πρόβειου γάλακτος. Οι πιέσεις αυτές συνδέονται περισσότερο με την περιορισμένη διαθεσιμότητα της πρώτης ύλης και λιγότερο με το ενεργειακό κόστος.

Παράλληλα, αβεβαιότητα επικρατεί για την πορεία των τιμών σε φρούτα και λαχανικά, καθώς το κόστος μεταφοράς εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την τελική τιμή στον καταναλωτή. Σε ορισμένες κατηγορίες δεν αποκλείονται αυξήσεις άνω του 10%, ενώ οι τιμές των λιπασμάτων, που σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία έχουν αυξηθεί κατά περίπου 11% μέσα σε έναν χρόνο, επιβαρύνουν περαιτέρω το κόστος της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής.

Η αντίφαση των δεικτών

Η εικόνα, πάντως, των ανατιμήσεων έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα στοιχεία για τον πληθωρισμό στα τρόφιμα εμφανίζουν ενδείξεις αποκλιμάκωσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο σχετικός δείκτης για τον Σεπτέμβριο κατέγραψε αρνητικό ετήσιο ρυθμό μεταβολής 0,2%, ενώ το Ινστιτούτο Ερευνών Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) κατέγραψε μείωση 0,75% στις τιμές των προϊόντων των σούπερ μάρκετ σε μηνιαία βάση.

Ωστόσο, ο γενικός δείκτης δεν αποτυπώνει ομοιόμορφες μεταβολές σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων. Οι μειώσεις σε ορισμένα αγαθά μπορούν να συνυπάρχουν με σημαντικές αυξήσεις σε άλλα, με αποτέλεσμα η εμπειρία των καταναλωτών να διαφέρει ανάλογα με το καλάθι αγορών και τις καθημερινές τους ανάγκες.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΕΛΚΑ για τον Σεπτέμβριο, οι τιμές στους ξηρούς καρπούς αυξήθηκαν κατά 3,02%, στα μπισκότα και τις σοκολάτες κατά 2,17%, στις βρεφικές και παιδικές τροφές κατά 2,04% και στα αλλαντικά κατά 1,92%.

Στον αντίποδα, οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφηκαν στα φρέσκα φρούτα και λαχανικά, με πτώση 5,46%, στα είδη πρωινού και τα ροφήματα κατά 4,61%, στα φρέσκα ψάρια και θαλασσινά κατά 2,70% και στις νωπές και κατεψυγμένες ζύμες κατά 2,53%.

Η διαφοροποίηση αυτή εξηγεί γιατί η υποχώρηση ενός δείκτη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι περιορίζεται αντίστοιχα η πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η σύνθεση των αγορών, οι μεταβολές στις τιμές βασικών προϊόντων και η συχνότητα με την οποία οι καταναλωτές τα προμηθεύονται επηρεάζουν άμεσα το πραγματικό κόστος διαβίωσης.

Πώς η ενεργειακή κρίση περνά στο κόστος ζωής

Τη διάχυση των πληθωριστικών πιέσεων στην ελληνική οικονομία αναδεικνύει ανάλυση της Eurobank, η οποία εξετάζει τη σωρευτική επίδραση του πολέμου στο Ιράν στην αγοραστική δύναμη των καταναλωτών μέσω της ανόδου των τιμών.

Σύμφωνα με την ανάλυση, την περίοδο από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο του 2026, το μέσο επίπεδο τιμών στην Ελλάδα, με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), ήταν κατά 4% υψηλότερο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Η Eurobank επισημαίνει ότι η συνολική αύξηση δεν μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στον πόλεμο, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις προϋπήρχαν. Το 2025 ο πληθωρισμός στην Ελλάδα είχε διαμορφωθεί στο 2,9%, επίπεδο υψηλότερο από τον στόχο του 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η ανάλυση, μάλιστα, αποδίδει το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του επιπέδου τιμών στις υπηρεσίες, οι οποίες συνεισέφεραν περίπου 2,2 ποσοστιαίες μονάδες, δηλαδή το 55% της συνολικής ανόδου. Η ενέργεια συνέβαλε κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες, αντιστοιχώντας περίπου στο ένα τρίτο της αύξησης, ενώ τα τρόφιμα πρόσθεσαν 0,4 ποσοστιαίες μονάδες. Η συμβολή των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών ήταν σαφώς μικρότερη.

Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η ακρίβεια δεν αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα των τροφίμων ή των καυσίμων. Το κόστος των υπηρεσιών, της στέγασης και άλλων καθημερινών δραστηριοτήτων εξακολουθεί να επιβαρύνει το συνολικό επίπεδο τιμών, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Πετρέλαιο και φυσικό αέριο: Η αφετηρία του νέου κύματος πιέσεων

Η ενέργεια αποτελεί έναν από τους βασικούς διαύλους μέσω των οποίων οι διεθνείς εξελίξεις μεταφέρονται στην εγχώρια οικονομία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Eurobank, την περίοδο Μαρτίου – Σεπτεμβρίου 2026 η τιμή του πετρελαίου Brent στις ευρωπαϊκές αγορές ήταν αυξημένη κατά 39% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Την ίδια στιγμή, η τιμή του φυσικού αερίου στον ολλανδικό κόμβο TTF ήταν υψηλότερη κατά 54%.

Οι εξελίξεις αυτές συνέβαλαν στην αύξηση του επιπέδου τιμών στην κατηγορία της ενέργειας στην Ελλάδα κατά 16,7% σε ετήσια βάση κατά την ίδια περίοδο, έναντι αύξησης 11,2% στην Ευρωζώνη.

Η επίδραση δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου ή στο κόστος των καυσίμων. Η άνοδος των ενεργειακών τιμών αυξάνει τις δαπάνες παραγωγής, αποθήκευσης, ψύξης, μεταφοράς και διανομής, δημιουργώντας πιέσεις σε ένα ευρύ φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών.

Στην αγορά τροφίμων, το ενεργειακό κόστος αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν την τελική τιμή, μαζί με τις τιμές των πρώτων υλών, τις καιρικές συνθήκες, τη διαθεσιμότητα των προϊόντων και το κόστος εργασίας. Η ένταση της επίδρασης, ωστόσο, διαφέρει από προϊόν σε προϊόν και δεν μεταφέρεται υποχρεωτικά με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις επιχειρήσεις.

Επιταχύνεται ο πυρήνας του πληθωρισμού

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η Eurobank στην πορεία του πυρήνα του πληθωρισμού, ο οποίος αποτυπώνει τις πιο επίμονες πληθωριστικές τάσεις, εξαιρώντας συγκεκριμένες κατηγορίες με έντονες διακυμάνσεις, όπως η ενέργεια και τα τρόφιμα, καθώς και ορισμένες κατηγορίες που επηρεάζονται από τη φορολογία.

Σύμφωνα με την ανάλυση, ο πυρήνας του πληθωρισμού στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 3,3% την περίοδο Μαρτίου – Σεπτεμβρίου 2026, έναντι 3,8% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι, μέχρι στιγμής, σημαντικό μέρος των πιέσεων συνδέεται με παράγοντες που δεν ενσωματώνονται άμεσα στον πυρήνα.

Ωστόσο, η επιμονή των αυξήσεων στην ενέργεια και στα τρόφιμα μπορεί να οδηγήσει σε δευτερογενείς επιδράσεις, καθώς οι επιχειρήσεις μετακυλίουν σταδιακά το αυξημένο κόστος στις τιμές των τελικών προϊόντων και υπηρεσιών.

Η τάση αυτή, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Eurobank, φαίνεται να ενισχύεται. Έται, ο ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του πυρήνα του πληθωρισμού διαμορφώθηκε στο 4,5% τον Σεπτέμβριο, από 2,7% τον Μάρτιο του 2026. Στην Ευρωζώνη, αντίθετα, ο αντίστοιχος δείκτης αυξήθηκε με ηπιότερο ρυθμό, στο 2,4%.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς εάν οι ανατιμήσεις στην ενέργεια και στις πρώτες ύλες διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι επιπτώσεις τους είναι πιθανό να επεκταθούν σε περισσότερες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών.

Γιατί ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερος;

Πέρα από τις διεθνείς εξελίξεις, η Eurobank εντοπίζει και εγχώριους παράγοντες που συμβάλλουν στη διατήρηση του πληθωρισμού στην Ελλάδα σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με την Ευρωζώνη.

Ένας από αυτούς είναι η ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη. Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% ετησίως το 2023, το 2024 και το 2025, έναντι 0,4%, 0,9% και 1,4% αντίστοιχα στην Ευρωζώνη. Το πρώτο εξάμηνο του 2026, η ανάπτυξη διαμορφώθηκε στο 1,9% στην Ελλάδα, έναντι 0,9% στην Ευρωζώνη.

Η ισχυρότερη ζήτηση στηρίζει την οικονομική δραστηριότητα, αλλά μπορεί παράλληλα να ενισχύσει τις πιέσεις στις τιμές, ιδίως όταν η προσφορά δεν προσαρμόζεται με τον ίδιο ρυθμό.

Δεύτερος παράγοντας είναι η δομή των εγχώριων αγορών. Σύμφωνα με την ανάλυση, σε αρκετούς κλάδους οι αγορές αγαθών και υπηρεσιών έχουν μικρότερο βάθος και ο ανταγωνισμός είναι ασθενέστερος σε σύγκριση με την Ευρωζώνη. Οι συνθήκες αυτές μπορεί να περιορίζουν την ένταση του ανταγωνισμού στις αλυσίδες παραγωγής, μεταφοράς και διανομής, επηρεάζοντας τη διαμόρφωση των τελικών τιμών.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης το κόστος εργασίας. Παρά τη μείωση της ανεργίας, εξακολουθούν να καταγράφονται ελλείψεις προσωπικού σε συγκεκριμένους κλάδους, όπως ο τουρισμός, η μεταποίηση και οι κατασκευές, αλλά και σε τεχνικές ειδικότητες και επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης. Οι ελλείψεις αυτές αυξάνουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και ενδέχεται να μεταφέρονται στις τιμές των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Τέλος, η εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές ενέργειας αυξάνει την έκθεσή της σε διεθνείς διαταραχές. Η Eurobank αναφέρει ότι οι καθαρές εισαγωγές αντιστοιχούσαν στο 78% της συνολικής διαθέσιμης ενέργειας στην Ελλάδα το 2024, έναντι 57% στην ΕΕ-27. Παράλληλα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αντιπροσώπευαν το 61% της συνολικής τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ελλάδα, έναντι 59% στην Ευρωζώνη.

Η ενεργειακή εξάρτηση, σε συνδυασμό με τη σύνθεση του ενεργειακού μείγματος, καθιστά την ελληνική οικονομία ευάλωτη σε απότομες μεταβολές των διεθνών τιμών, με συνέπειες που μπορούν να επεκταθούν σταδιακά στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.

Δύσκολος χειμώνας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Πάντως, οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό παραμένουν αβέβαιες, με την ενεργειακή αγορά να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες κινδύνου. Η συνέχιση των γεωπολιτικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία διατηρεί την αβεβαιότητα για την προσφορά και τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνεται εποχικά η ζήτηση για θέρμανση.

Η Eurobank επισημαίνει επίσης ότι η σύγκριση με τα σχετικά χαμηλά επίπεδα τιμών του Οκτωβρίου 2025 ενδέχεται να ενισχύσει τον ετήσιο πληθωρισμό τον Οκτώβριο του 2026, μέσω των λεγόμενων επιδράσεων βάσης.

Για τα νοικοκυριά, όπως αναφέρεται, ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο την τιμή της ενέργειας ή τις μεμονωμένες ανατιμήσεις στα σούπερ μάρκετ, αλλά τη συνδυασμένη επίδραση των αυξημένων δαπανών για στέγαση, μετακινήσεις, τρόφιμα και υπηρεσίες. Για τις επιχειρήσεις, η διατήρηση του κόστους σε υψηλά επίπεδα περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης των ανατιμήσεων και ενισχύει την πιθανότητα μετακύλισης μέρους της επιβάρυνσης στους καταναλωτές.

Συμπερασματικά, το κρίσιμο ζητούμενο για τους επόμενους μήνες είναι εάν οι πιέσεις θα παραμείνουν συγκεντρωμένες σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων ή εάν θα αποκτήσουν ευρύτερα και πιο επίμονα χαρακτηριστικά. Σε αυτή την περίπτωση, η αποκλιμάκωση που καταγράφεται σε ορισμένους δείκτες δεν θα αρκεί για να ανακόψει την επιβάρυνση του διαθέσιμου εισοδήματος, με την αγοραστική δύναμη να παραμένει στο επίκεντρο των οικονομικών εξελίξεων.