Πιο συγκεκριμένα, το ΔΝΤ προχωρά σε πιο απαισιόδοξη αποτίμηση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με την κυβέρνηση, προβλέποντας χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και αισθητά υψηλότερο πληθωρισμό. Οι εκτιμήσεις του Ταμείου αποτυπώνουν τους κινδύνους που απορρέουν από την ενεργειακή αναταραχή, τις γεωπολιτικές εξελίξεις και την πιθανότητα νέων ανατιμήσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα και να περιορίσουν τα πραγματικά εισοδήματα.
Το βασικό σημείο διαφοροποίησης έναντι των κυβερνητικών προβλέψεων εντοπίζεται στην ένταση και στη διάρκεια των πιέσεων που αναμένεται να δεχθεί η οικονομία. Το ΔΝΤ υιοθετεί πιο επιφυλακτικές παραδοχές για την ανάπτυξη και εκτιμά ότι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού θα είναι βραδύτερη, διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο παρατεταμένης επιβάρυνσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Οι προβλέψεις παρουσιάζονται στο πλαίσιο των ετήσιων συνόδων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης, από τις 12 έως τις 18 Οκτωβρίου, με τις διεθνείς οικονομικές προοπτικές, την ενεργειακή ασφάλεια και τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα να βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων.
Στο 1,8% η ανάπτυξη για το 2026 και το 2027
Για την ελληνική οικονομία, το ΔΝΤ προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 1,8% τόσο το 2026 όσο και το 2027. Οι εκτιμήσεις αυτές υπολείπονται των στόχων που έχει θέσει το οικονομικό επιτελείο στο προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027, όπου προβλέπεται ανάπτυξη 2% για το τρέχον έτος και 2,3% για το επόμενο.
Η απόκλιση αναδεικνύει τις διαφορετικές εκτιμήσεις για τις αντοχές της ελληνικής οικονομίας σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους και εξασθενημένης διεθνούς ζήτησης. Όπως αναφέρει το Ταμείο, η άνοδος των τιμών της ενέργειας επιβαρύνει την παραγωγή και τις μεταφορές, περιορίζει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων και μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών. Παράλληλα, ενδεχόμενη επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας θα μπορούσε να επηρεάσει τις εξαγωγές και την τουριστική δραστηριότητα.
Στο διεθνές περιβάλλον, το Ταμείο εντοπίζει πρόσθετους κινδύνους από μια πιθανή κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, η οποία θα μπορούσε να διατηρήσει τις τιμές ενέργειας και τροφίμων σε υψηλά και ευμετάβλητα επίπεδα. Μια τέτοια εξέλιξη θα τροφοδοτούσε νέες πληθωριστικές πιέσεις, θα επιβάρυνε τα δημοσιονομικά και εξωτερικά ισοζύγια και θα περιόριζε τις προοπτικές ανάπτυξης.
Στους παράγοντες αβεβαιότητας περιλαμβάνονται επίσης πιθανές διαταραχές σε ενεργειακές υποδομές, η εντατικοποίηση των κυβερνοεπιθέσεων και οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Το ΔΝΤ επισημαίνει, μάλιστα, ότι οι διαταραχές στη φυσική προσφορά μπορούν να προκαλέσουν πιο παρατεταμένες μακροοικονομικές επιπτώσεις σε σύγκριση με εκείνες που συνδέονται αποκλειστικά με γεωπολιτικούς κινδύνους.
Παράλληλα, προειδοποιεί για τους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από μια απότομη αναθεώρηση των προσδοκιών σχετικά με την κερδοφορία και την παραγωγικότητα των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και από τις ανανεωμένες εμπορικές εντάσεις και τις δημοσιονομικές ευπάθειες διεθνώς.
Πληθωρισμός 4,2% έναντι 3,6% που προβλέπει η κυβέρνηση
Μεγαλύτερη απόκλιση καταγράφεται στις εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι θα διαμορφωθεί στο 4,2% το 2026, έναντι 2,9% το 2025, προτού υποχωρήσει στο 3,6% το 2027.
Αντίθετα, το οικονομικό επιτελείο τοποθετεί τον εθνικό πληθωρισμό στο 3,6% για το 2026 και στο 2,4% για το 2027. Για τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή, που επιτρέπει τη σύγκριση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι κυβερνητικές εκτιμήσεις ανέρχονται σε 3,8% και 2,6%, αντίστοιχα.
Πάντως, η διαφορά των προβλέψεων υποδηλώνει ότι το ΔΝΤ θεωρεί πιθανότερη μια πιο επίμονη πληθωριστική διαταραχή. Η ενέργεια αποτελεί βασικό παράγοντα αυτής της εξέλιξης, καθώς οι ανατιμήσεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο δεν επηρεάζουν μόνο άμεσα τις δαπάνες για καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια, αλλά μεταφέρονται σταδιακά στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και στις τελικές τιμές αγαθών και υπηρεσιών.
Για τα νοικοκυριά, η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε συνεχιζόμενη πίεση στην αγοραστική δύναμη. Για τις επιχειρήσεις, δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στη διαχείριση του λειτουργικού κόστους, ιδιαίτερα σε κλάδους με υψηλή ενεργειακή ένταση, περιορισμένα περιθώρια κέρδους ή αυξημένες ανάγκες μεταφοράς και αποθήκευσης.
Δημοσιονομικά περιθώρια και μέτρα στήριξης
Παράλληλα με τις προειδοποιήσεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, το ΔΝΤ επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η αύξηση του δημόσιου χρέους, οι υψηλότερες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και οι αυξανόμενες ανάγκες για δημόσιες δαπάνες καθιστούν, σύμφωνα με το Ταμείο, επιτακτική την αποκατάσταση δημοσιονομικών περιθωρίων.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητά αξιόπιστα σχέδια δημοσιονομικής προσαρμογής, τα οποία θα συνδυάζουν παρεμβάσεις στα έσοδα με εξορθολογισμό των δαπανών και θεσμικές βελτιώσεις. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι τα μέτρα για την αντιμετώπιση των αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων θα πρέπει να είναι προσωρινά, στοχευμένα και να μην υπονομεύουν τη δημοσιονομική βιωσιμότητα.
Η σύσταση, μάλιστα, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να περιορίσουν τις επιπτώσεις της ακρίβειας, χωρίς να επιβαρύνουν υπέρμετρα τους προϋπολογισμούς. Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο στήριξης που θα ανακουφίζει τις πιο ευάλωτες ομάδες και τις επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο, διατηρώντας παράλληλα την ισορροπία των δημόσιων οικονομικών.
Πιέσεις από πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια
Στο μεταξύ, οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας ενισχύουν την αβεβαιότητα γύρω από τις προβλέψεις. Η τιμή του Brent κινήθηκε πάνω από τα 106 δολάρια το βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF ξεπέρασε τα 84 ευρώ/MWh. Την ίδια στιγμή, η τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 3%, στα 224,57 ευρώ/MWh.
Στο ελληνικό μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, το φυσικό αέριο συμμετείχε με 39,87%, οι ΑΠΕ με 37,10%, οι εισαγωγές με 9,50%, ο λιγνίτης με 8,74%, τα μεγάλα υδροηλεκτρικά με 2,69% και η αποθήκευση με 1,25%.
Η εξέλιξη των τιμών φυσικού αερίου έχει ιδιαίτερη σημασία για την ηλεκτροπαραγωγή, δεδομένης της συμμετοχής του καυσίμου στο εγχώριο μείγμα. Ωστόσο, η επίδρασή του στη χονδρεμπορική τιμή εξαρτάται και από τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης, τη συμμετοχή των υπόλοιπων τεχνολογιών και τη λειτουργία της αγοράς.
Οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος μπορούν να επηρεάσουν σταδιακά το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Οι ακριβότερες μεταφορές, η επιβάρυνση της βιομηχανικής παραγωγής και το αυξημένο κόστος εφοδιασμού δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στις τιμές, ενισχύοντας τον κίνδυνο διατήρησης του πληθωρισμού σε υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Ταχύτερη υποχώρηση της ανεργίας
Μία από τις θετικότερες παραμέτρους, πάντως, των προβλέψεων του ΔΝΤ αφορά την αγορά εργασίας. Το Ταμείο εκτιμά ότι η ανεργία θα υποχωρήσει στο 8% το 2026 και στο 7,6% το 2027, έναντι 8,4% και 7,9%, αντίστοιχα, σύμφωνα με τις κυβερνητικές προβλέψεις.
Η ταχύτερη αποκλιμάκωση θα αποτελούσε θετική εξέλιξη για την απασχόληση και τα εισοδήματα. Ωστόσο, η βελτίωση της αγοράς εργασίας δεν αρκεί από μόνη της για να αντισταθμίσει την απώλεια αγοραστικής δύναμης, εφόσον οι τιμές συνεχίσουν να αυξάνονται με ρυθμούς υψηλότερους από εκείνους που προβλέπει το οικονομικό επιτελείο.







