• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Ενεργειακή κρίση: Καύσιμα, θέρμανση και τρόφιμα «ροκανίζουν» το εισόδημα των νοικοκυριών
12:59 - 25 Οκτ 2026

Ενεργειακή κρίση: Καύσιμα, θέρμανση και τρόφιμα «ροκανίζουν» το εισόδημα των νοικοκυριών

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Με το πετρέλαιο να εκτοξεύεται σε υψηλό πενταμήνου, αγγίζοντας ακόμη και τα 117 δολάρια το βαρέλι, και τις τιμές του φυσικού αερίου στην Ασία και την Ευρώπη να κινούνται στα υψηλότερα επίπεδα από τον Δεκέμβριο του 2022, οι προοπτικές για τα νοικοκυριά που ήδη δοκιμάζονται από την ενεργειακή κρίση παραμένουν δυσοίωνες.  

Πέρα από την άνοδο του κόστους των μεταφορών και της θέρμανσης, οι ανατιμήσεις στην ενέργεια μεταφέρονται στις τιμές των τροφίμων, των ενδυμάτων και των συσκευασιών, ενισχύοντας παράλληλα τον πληθωρισμό και, κατ’ επέκταση, το κόστος δανεισμού.

Σύμφωνα με το Reuters, ο πόλεμος στο Ιράν έχει ήδη οδηγήσει τις διεθνείς τιμές του ντίζελ σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Στη Βρετανία, η μέση τιμή του καυσίμου στις αντλίες έφτασε για πρώτη φορά αυτόν τον μήνα τις 2 λίρες ανά λίτρο, ενώ στις ΗΠΑ κατέγραψε τον Σεπτέμβριο νέο ρεκόρ, στα 6,53 δολάρια ανά γαλόνι. Ως απάντηση στην εκτίναξη των τιμών, ο Αμερικανός πρόεδρος επέτρεψε έως το τέλος του έτους την πρόσβαση όλων στο κόκκινο ντίζελ, ένα καύσιμο που χρησιμοποιείται σε εξοπλισμό και οχήματα τα οποία κατά κανόνα δεν κινούνται σε δημόσιους δρόμους και απαλλάσσονται από τους φόρους οδικών μεταφορών.

Οι επιπτώσεις της ενεργειακής ακρίβειας δεν περιορίζονται, ωστόσο, στα πρατήρια καυσίμων. Η αύξηση του κόστους της ενέργειας τροφοδοτεί τις πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες επηρεάζουν με τη σειρά τους τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Στη Βρετανία, τόσο ο πληθωρισμός όσο και το κόστος δανεισμού αυξήθηκαν τον περασμένο μήνα περισσότερο από ό,τι αναμενόταν. Τον Αύγουστο, ο δείκτης τιμών καταναλωτή έφτασε στο υψηλότερο επίπεδό του από τον Οκτώβριο του 2025, με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία να αποδίδει την άνοδο κυρίως στις αυξημένες τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης.

Στην Αυστραλία, η κεντρική τράπεζα αύξησε τον περασμένο μήνα το βασικό επιτόκιο, οδηγώντας το στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών. Η κίνηση αυτή μεταφέρθηκε στα στεγαστικά δάνεια, τα οποία στη χώρα είναι κυρίως κυμαινόμενου επιτοκίου, εντείνοντας τις πιέσεις στην αγορά κατοικίας.

Ενδεικτικά, για ένα μέσο στεγαστικό δάνειο ύψους 731.000 δολαρίων Αυστραλίας με διάρκεια αποπληρωμής 30 ετών, η αύξηση του επιτοκίου από 5,5% το 2025 σε 6,2% ανεβάζει τις ετήσιες καταβολές κατά περίπου 3.900 δολάρια Αυστραλίας. Την ίδια στιγμή, στις ΗΠΑ, η αγορά κατοικιών που χρηματοδοτούνται με στεγαστικά δάνεια παρουσιάζει κάμψη, καθώς τα επιτόκια των δανείων διάρκειας 30 ετών αυξήθηκαν από περίπου 6,1% σε 7,5%.

Η ενεργειακή ακρίβεια πιέζει και τα ελληνικά νοικοκυριά

Οι διεθνείς ανατιμήσεις στην ενέργεια συνιστούν πρόσθετη απειλή και για την ελληνική οικονομία, η οποία εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αλλά δεν έχει εξασφαλίσει σταθερή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Η επίμονη ακρίβεια περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, ενώ το ενεργειακό κόστος επιβαρύνει τόσο την κατανάλωση όσο και τις επιχειρήσεις, με πιθανές συνέπειες για την πορεία των τιμών και τη συνολική οικονομική δραστηριότητα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η ανάπτυξη αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2% το 2026, ενώ ο πληθωρισμός προβλέπεται να φτάσει στο 3,5%. Η κεντρική τράπεζα αναθεώρησε προς τα πάνω την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη, από 1,9% προηγουμένως, και μείωσε την εκτίμησή της για τον εναρμονισμένο πληθωρισμό από 3,8% σε 3,5%. Οι προβλέψεις αυτές, ωστόσο, είχαν διαμορφωθεί πριν από τη νέα επιτάχυνση των τιμών τον Σεπτέμβριο, γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων.

Η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει βασικός μοχλός ανάπτυξης, με την Τράπεζα της Ελλάδος να προβλέπει αύξησή της κατά 1,8% για το σύνολο του 2026. Η απασχόληση, οι μισθολογικές αυξήσεις και τα μέτρα στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος ενισχύουν τη ζήτηση. Ωστόσο, όσο οι τιμές της ενέργειας και των βασικών αγαθών παραμένουν υψηλές, τόσο δυσκολότερα μετατρέπονται οι ονομαστικές αυξήσεις των εισοδημάτων σε πραγματική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.

Παράλληλα, η ενεργειακή εξάρτηση επιβαρύνει και το εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα φτάσει στο 6% του ΑΕΠ το 2026, από 5,7% το 2025, μεταξύ άλλων λόγω των υψηλότερων τιμών των καυσίμων και των αυξημένων εισαγωγών επενδυτικών αγαθών. Έτσι, οι ανατιμήσεις στην ενέργεια δεν επιβαρύνουν μόνο τους καταναλωτές, αλλά αυξάνουν και το κόστος των εισαγωγών, περιορίζοντας μέρος των οφελών από την οικονομική ανάπτυξη.

Η εξέλιξη των διεθνών τιμών ενέργειας αποτελεί, συνεπώς, έναν από τους βασικούς εξωτερικούς κινδύνους για την ελληνική οικονομία. Μια παρατεταμένη άνοδος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα μπορούσε να δυσχεράνει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και να περιορίσει την αγοραστική δύναμη, σε μια περίοδο κατά την οποία η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να στηρίζει την ανάπτυξη.

Από τη θέρμανση μέχρι τα προϊόντα καθημερινής χρήσης

Οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί δέχονται πρόσθετες πιέσεις από το κόστος της θέρμανσης ενόψει του χειμώνα. Στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, οι δαπάνες για θέρμανση αναμένεται να αυξηθούν κατά 47% σε σύγκριση με πέρυσι, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Ένωσης Διευθυντών Προγραμμάτων Ενεργειακής Βοήθειας (National Energy Assistance Directors Association).

Στη Βρετανία, όπου το φυσικό αέριο αποτελεί την κύρια πηγή ενέργειας για τη θέρμανση των κατοικιών, τα νοικοκυριά ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αύξηση των λογαριασμών τους κατά 10% σε ετήσια βάση κατά το τρέχον τρίμηνο, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Energy UK.

Οι επιπτώσεις, όμως, επεκτείνονται πολύ πέρα από τα καύσιμα και τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για την παραγωγή πλαστικών, τα οποία μετατρέπονται σε πολυμερή που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μιας μεγάλης γκάμας προϊόντων, από μπουκάλια και αθλητικά παπούτσια έως πολυεστερικά υφάσματα για ρούχα.

Ακόμη και η συσκευασία των καθημερινών προϊόντων διατροφής επιβαρύνεται από τις αυξήσεις του κόστους. Είτε είναι πλαστική, είτε χάρτινη είτε γυάλινη, αντιστοιχεί συνήθως στο 5% έως 15% του συνολικού κόστους παραγωγής ενός προϊόντος, σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων MAT.

Στις ΗΠΑ, οι τιμές των πλαστικών αυξήθηκαν κατά 7% τον Αύγουστο σε σύγκριση με τον Οκτώβριο του 2025. Παράλληλα, ο πληθωρισμός καταναλωτή επιταχύνθηκε τον Σεπτέμβριο, με την άνοδο της τιμής της βενζίνης να ευθύνεται για περισσότερο από το ήμισυ της συνολικής αύξησης.

Την ίδια ώρα, οι προβλέψεις του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών δείχνουν ότι ο παγκόσμιος πληθωρισμός των τροφίμων αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω και να διατηρηθεί σε ανοδική τροχιά έως και το 2027. Οι διαταραχές στις μεταφορές και η αύξηση του κόστους των λιπασμάτων συγκαταλέγονται στους βασικούς παράγοντες που επιβαρύνουν την παραγωγή και την εφοδιαστική αλυσίδα, εντείνοντας τις πιέσεις στις τιμές των προϊόντων.

Η πορεία των τιμών της ενέργειας θα αποτελέσει, επομένως, καθοριστικό παράγοντα για το κόστος διαβίωσης τους επόμενους μήνες. Για τα νοικοκυριά, η επιβάρυνση δεν περιορίζεται πλέον στα καύσιμα και τη θέρμανση, αλλά διαχέεται σε ολοένα περισσότερες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα και δυσχεραίνοντας την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.

Τελευταία τροποποίηση στις 25/10/2026 - 13:19