Παράλληλα, καθαρό ποσοστό 27% των επιχειρήσεων ανέφερε αύξηση του λοιπού κόστους χρηματοδότησης, δηλαδή των χρεώσεων, των τελών και των προμηθειών, έναντι 31% το προηγούμενο τρίμηνο. Το καθαρό ποσοστό των επιχειρήσεων που ανέφεραν αυστηρότερες απαιτήσεις για παροχή εξασφαλίσεων αυξήθηκε στο 14%, από 10% .
Στον συγκεκριμένο γύρο της έρευνας, οι επιχειρήσεις ανέφεραν ότι η διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων μειώθηκε περισσότερο από τις ανάγκες τους για δανεισμό. Ειδικότερα, η διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων υποχώρησε το τρίτο τρίμηνο του 2026, με το καθαρό ποσοστό να διαμορφώνεται στο -5%, έναντι -1% το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Τόσο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με ποσοστό -5% έναντι -4%, όσο και οι μεγάλες επιχειρήσεις, με -6% έναντι +4%, ανέφεραν μειωμένη διαθεσιμότητα δανείων.
Την ίδια στιγμή, καθαρό ποσοστό 2% των επιχειρήσεων ανέφερε μείωση των αναγκών του για τραπεζικά δάνεια, ενώ το προηγούμενο τρίμηνο είχε καταγραφεί καθαρή αύξηση 2%. Οι τάσεις διαφοροποιήθηκαν ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης: οι ανάγκες των ΜμΕ παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες, με καθαρό ποσοστό 1%, έναντι 2%, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις ανέφεραν μείωση των αναγκών τους, με το σχετικό ποσοστό να διαμορφώνεται στο -6%, από +3%.
Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης χρηματοδοτικού κενού για τα τραπεζικά δάνεια, ο οποίος αποτυπώνει τη διαφορά μεταξύ των μεταβολών στις ανάγκες χρηματοδότησης και στη διαθεσιμότητα δανείων, παρέμεινε θετικός, στο 2%, έναντι 3% το προηγούμενο τρίμηνο. Για το επόμενο τρίμηνο, περισσότερες επιχειρήσεις αναμένουν μείωση της διαθεσιμότητας εξωτερικής χρηματοδότησης.
Οι επιχειρήσεις εξακολούθησαν να θεωρούν τις γενικές οικονομικές προοπτικές τον σημαντικότερο παράγοντα που περιορίζει τη διαθεσιμότητα εξωτερικής χρηματοδότησης. Το σχετικό καθαρό ποσοστό αυξήθηκε στο 31%, από 29% στον προηγούμενο γύρο της έρευνας. Οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίστηκαν πλέον πιο απαισιόδοξες από τις μικρομεσαίες, με τα αντίστοιχα ποσοστά να διαμορφώνονται στο 35% και στο 29%.
Στον τελευταίο γύρο της έρευνας, καθαρό ποσοστό 9% των επιχειρήσεων ανέφερε ότι οι προοπτικές της ίδιας της επιχείρησης, όσον αφορά τις πωλήσεις και τα κέρδη, επηρέασαν αρνητικά τη διαθεσιμότητα εξωτερικής χρηματοδότησης, έναντι 10% στον προηγούμενο γύρο. Αντίθετα, η επίδραση της κεφαλαιακής τους θέσης και της πιστοληπτικής τους ικανότητας παρέμεινε θετική.
Η σημαντική μεταβολή στη σύνθεση του δείγματος της συγκεκριμένης έρευνας, καθώς η πλειονότητα των συμμετεχουσών επιχειρήσεων έλαβε μέρος για πρώτη φορά, δυσχεραίνει επί του παρόντος την ερμηνεία των απαντήσεων στις αριθμητικές ερωτήσεις.
Η αύξηση των προσδοκιών των επιχειρήσεων για τις τιμές πώλησης ήταν περιορισμένη μεταξύ εκείνων που συμμετείχαν τόσο στον τρέχοντα όσο και στον προηγούμενο γύρο της έρευνας. Αντίθετα, στο σύνολο του δείγματος οι προσδοκίες για τις τιμές πώλησης αυξήθηκαν σημαντικά.
Αντίστοιχα, οι διάμεσες προσδοκίες των επιχειρήσεων για τον πληθωρισμό παρέμειναν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες μεταξύ όσων συμμετείχαν και στους δύο γύρους, ενώ στο σύνολο του δείγματος αυξήθηκαν σημαντικά. Η αξιολόγηση των κινδύνων που συνδέονται με τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε ορίζοντα πενταετίας παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη.
Η έκθεση που δημοσιεύθηκε σήμερα παρουσιάζει τα βασικά αποτελέσματα του 40ού γύρου της έρευνας SAFE για τη ζώνη του ευρώ. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 26 Αυγούστου έως τις 2 Οκτωβρίου 2026. Στον συγκεκριμένο γύρο, περίπου οι μισές επιχειρήσεις κλήθηκαν να απαντήσουν για τις μεταβολές που σημειώθηκαν κατά την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2026, ενώ οι υπόλοιπες για την περίοδο Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2026.
Επιπλέον, οι επιχειρήσεις κλήθηκαν να διατυπώσουν τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ, τις τιμές πώλησης και το λοιπό κόστος.
Το δείγμα περιλάμβανε 12.822 επιχειρήσεις στη ζώνη του ευρώ, εκ των οποίων οι 11.917, δηλαδή το 93%, απασχολούσαν λιγότερους από 250 εργαζομένους.



