Σε μια χώρα βαθιά πολωμένη μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς, και τη διεθνή κριτική για τις επιλογές του Νετανιάχου να ενισχύεται, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο θα υπάρξουν περιθώρια αλλαγών στην πολιτική της χώρας απέναντι στους Παλαιστινίους, αλλά και στον ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή.
«Ανεξάρτητα από το ποιος θα ηγηθεί της νέας ισραηλινής κυβέρνησης, είτε ο Νετανιάχου είτε ο Άιζενκοτ, δεν αναμένεται να υπάρξουν μεγάλες τομές στη Γάζα ή στη Δυτική Όχθη», δηλώνει στο Reporter.gr ο Μάριαν Βεντ, επικεφαλής του γραφείου του γερμανικού πολιτικού ιδρύματος Konrad Adenauer (KAS) στη Ραμάλα. «Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, αυτά τα θέματα δεν διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο. Οι Ισραηλινοί έχουν άλλες προτεραιότητες, με κυριότερη τη συνολική κατάσταση ασφαλείας», συμπληρώνει.
Ο βασικός ανταγωνιστής του Νετανιάχου, Γκάντι Άιζενκοτ, δεν αμφισβητεί τη γενικότερη γεωπολιτική κατεύθυνση του Ισραήλ. Θεωρείται όμως πιο διαλλακτικός από τον σημερινό πρωθυπουργό. Αυτό, ωστόσο, δεν φαίνεται να δημιουργεί ιδιαίτερες προσδοκίες στους Παλαιστινίους για αποκλιμάκωση. Όπως αναφέρει ο Μάριαν Βεντ:
«Υπάρχει πράγματι η ελπίδα ότι, υπό μια κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Άιζενκοτ, θα περιοριστούν σε κάποιο βαθμό η βία και η ένταση που προκαλούν οι εξτρεμιστές έποικοι. Ωστόσο, οι ίδιοι οι Παλαιστίνιοι εμφανίζονται μάλλον απαισιόδοξοι σε αυτό το ζήτημα».
Από την Ορθοδοξία στην ασφάλεια: Το διπλό αποτύπωμα των σχέσεων Ελλάδας-Ισραήλ
Οι εξελίξεις στο Ισραήλ παρακολουθούνται από την Αθήνα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα τελευταία περίπου 16 χρόνια, το Ισραήλ έχει εξελιχθεί σε στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Καμία ελληνική κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την εμβάθυνση των διμερών σχέσεων. Αντιθέτως, διαδοχικές κυβερνήσεις όλων των κομματικών αποχρώσεων συνέβαλαν στην περαιτέρω ενίσχυσή τους, καθώς η συνεργασία Αθήνας και Τελ Αβίβ θεωρείται σημαντικό αντίβαρο στις τουρκικές επιδιώξεις στην περιοχή.
Ενδεικτικό είναι ακόμη ότι παρά την κριτική που έχουν ασκήσει τόσο το ΠΑΣΟΚ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, όσο και η νεοσυσταθείσα ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, κανένας από τους δύο πολιτικούς σχηματισμούς δεν έχει αμφισβητήσει τη λογική της στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ.
Από την πλευρά του, ο Μάριαν Βεντ, ο οποίος από το 2022 έως τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους ήταν επικεφαλής του γραφείου της KAS στην Αθήνα, αναλύει τις σχέσεις Ελλάδας-Ισραήλ σε δύο άξονες: τον θρησκευτικό και πολιτιστικό, αφενός, και τον ευρύτερο γεωπολιτικό, που στηρίζεται στην ενεργειακή συνεργασία και την ασφάλεια, αφετέρου.
«Η Ελλάδα διαθέτει σημαντική επιρροή στην περιοχή μέσω της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας. Στη Δυτική Όχθη, αλλά και στη Γάζα, υπάρχουν ελληνορθόδοξες εκκλησιαστικές δομές με μεγάλη πολιτιστική και ιστορική σημασία για τη χώρα. Οι δομές αυτές βρίσκονται υπό πίεση εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της επιθετικότητας Ισραηλινών εποίκων. Η ελληνική πλευρά έχει επομένως εύλογο ενδιαφέρον για την προστασία τους», σχολιάζει ο κ. Βεντ.
Σημειώνεται ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος Γ΄ έχει καταγγείλει επανειλημμένα επιθέσεις εποίκων σε χριστιανικές κοινότητες και θρησκευτικούς χώρους στη Δυτική Όχθη. Στη Γάζα, οι ελληνορθόδοξες εκκλησιαστικές δομές έχουν επίσης βρεθεί στο στόχαστρο ή έχουν υποστεί ζημιές από ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πλήγμα σε κτίριο του Αγίου Πορφύριου τον Οκτώβριο του 2023.
«Από την άλλη πλευρά», συνεχίζει ο κ. Βεντ, «η Ελλάδα, αλλά και η Κύπρος, χρειάζονται τη συνεργασία με το Ισραήλ για τη δική τους ασφάλεια. Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία καλείται να κινηθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο αντικρουόμενων συμφερόντων και προτεραιοτήτων».
Και καταλήγει εκτιμώντας πως «Ελλάδα και Ισραήλ θα χρειαστεί να διατηρήσουν τη συνεργασία τους, τόσο στον τομέα της ασφάλειας όσο και στα ενεργειακά. Η ελληνική κυβέρνηση επιμένει σε αυτή τη σύμπραξη, παρά τις ενστάσεις μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινής γνώμης για την πολιτική που ασκεί το Ισραήλ».



