Σε αυτό το φόντο, η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη, επεσήμανε καταρχάς ότι εκείνο που έλειπε παλαιότερα από το Εθνικό Σύστημα Υγείας ήταν η πρόληψη ως κομμάτι της κουλτούρας του. Όσον αφορά το «Προλαμβάνω» σημείωσε ότι δεν πρόκειται για ένα «πρόγραμμα one-off,» αλλά για το πρώτο οργανωμένο πρόγραμμα πρόληψης στη χώρα μας το οποίο έχει σώσει ζωές.
«Πρόκειται για την πιο σημαντική κατάκτηση που έχουμε κάνει στην υγεία εδώ και χρόνια», συμπλήρωσε στην ίδια κατεύθυνση.
Αναφερόμενη ειδικότερα στον καρκίνο του μαστού, η κα. Αγαπηδάκη υπογράμμισε ότι «έγκαιρος εντοπισμός σημαίνει ίαση». Η υλοποίηση του προγράμματος έγινε με βάση τα στοιχεία εκείνα που σύμφωνα με την έρευνα αποθάρρυναν τον πληθυσμό από το να υποβληθεί σε προληπτικό έλεγχο. Στόχος του δηλαδή ήταν η εξασφάλιση μιας «εύκολης, απλής και δωρεάν διαδικασίας» για τους πολίτες. Σύμφωνα με την ίδια, σε αυτό συνίσταται και η μεγάλη ανταπόκριση που γνώρισε με ποσοστά που υπερβαίνουν το 50%.
«Πρέπει να παλεύουμε για όλους τους πολίτες, -ιδιαίτερα για εκείνους με χαμηλή εγγραματοσύνη υγείας- και να μην τους αφήνουμε έρμαια της παραπληροφόρησης», υπογράμμισε η κα. Αγαπηδάκη.
Όσον αφορά το πρόγραμμα, η ίδια ανέφερε επίσης ότι:
«Έχουμε βάλει εξαρχής κάποια κριτήρια ποιότητας. Στο «Προλαμβάνω» η μαστογραφία είναι αποκλειστικά ψηφιακή. Απορρίπτουμε τα διαγνωστικά κέντρα που δε διαθέτουν ψηφιακό μαστογράφο. Στα επόμενα δύο χρόνια θα έχουμε αναπτύξει επτά Κέντρα Μαστού σε ολόκληρη τη χώρα, γεγονός που αποτελεί τεράστιο στοίχημα», δήλωσε η κα. Αγαπηδάκη και πρόσθεσε:
«Στη χώρα μας η μεγάλη πρόκληση στο μονοπάτι μετά το screening είναι ότι οι ασθενείς είθισται να διαλέγουν γιατρό. Γι’ αυτό, δημιουργούνται λίστες αναμονής. Πρέπει συνεπώς να φτιάξουμε ένα προτυποποιημένο μονοπάτι φροντίδας. Δε θέλουμε η υγεία να εξαρτάται από την τσέπη καθεμιάς και καθενός».
Στο ίδιο φόντο, η Αναπληρώτρια Υπουργός τόνισε ότι «έχει τεράστια σημασία οι γυναίκες που υποβάλλονται σε μαστογραφία να ενημερώνονται σωστά. Είναι μια εξέταση που τρομάζει τις γυναίκες. Το ισχυρό μήνυμα της πρόληψης είναι ότι όταν εντοπίζεται έγκαιρα, ο καρκίνος του μαστού είναι ιάσιμος».
Αναφερόμενη συνολικότερα στα εργαλεία του screening, η κα. Αγαπηδάκη διευκρίνισε ότι ο έλεγχος αφορά νοσήματα που έχουν το λεγόμενο «κρίσιμο σημείο». Ο προληπτικός έλεγχος σχετίζεται δηλαδή επιστημονικά με το αν το screening θα οδηγήσει σε πολύ μεγάλη μείωση της βλάβης.
Συγκεκριμένα, για τον καρκίνο του πνεύμονα ενημέρωσε ότι το πρώτο εξάμηνο του 2027 θα υπάρξει σχετικό πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου σε επτά κέντρα της χώρας που θα αφορά σε αυτή τη φάση τον πληθυσμό υψηλού κινδύνου, σε συνάρτηση και με την κληρονομικότητα.
«Είναι τεράστιο ζήτημα να πραγματοποιείται το screening με τα κριτήρια που πρέπει, από τους ειδικούς που πρέπει και την κατάλληλη στιγμή», πρόσθεσε.
Όσον αφορά δε τον καρκίνο του παχέος εντέρου, σημείωσε ότι «δεν πρέπει να υποκαθιστούμε το self-test με την κολονοσκόπηση», ενώ παράλληλα ενημέρωσε ότι από 1η Νοεμβρίου όλα τα ιδιωτικά διαγνωστικά, βάσει νομοσχεδίου είναι υποχρεωμένα να καταγράφουν όλα τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
Η σημασία καθορισμού ενός προτυποποιημένου μονοπατιού θεραπείας
Στο πλαίσιο της συζήτησης, ο Αθανάσιος Ν. Χαλαζωνίτης, Συντονιστής Διευθυντής Ακτινολογικού Εργαστηρίου, Διευθυντής Ιατρικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» και Πρόεδρος της Ελληνικής Ακτινολογικής Εταιρείας εστίασε στη σημασία της διαμόρφωσης ενός προτυποποιημένου μονοπατιού θεραπείας για τις γυναίκες που εντοπίζονται με θετικά ευρήματα κατά τον προληπτικό έλεγχο.
«Σε μια γυναίκα που χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της, πρέπει να φροντίσουμε ως κράτος το μονοπάτι της προς τη θεραπεία. Αυτή θα ήταν η δική μου προτροπή προς την πολιτεία», επεσήμανε, τονίζοντας ότι για τον ίδιο πρόκειται για το βασικότερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή, σε συνδυασμό με την ανάγκη για τον καθορισμό ποιοτικών κριτηρίων όσον αφορά τον προληπτικό έλεγχο.
Σε αυτή την κατεύθυνση, σημείωσε ότι τα κέντρα μαστού και κυρίως η στελέχωσή τους αποτελούν μια σημαντική πρόκληση για την Ελλάδα διευκρινίζοντας ότι κατά τη διεξαγωγή των μαστογραφιών εκείνο που πρέπει να μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι πόσα περιστατικά εντοπίζονται έγκαιρα.
Από την πλευρά του, ο Γεώργιος Παπαθεοδωρίδης, Καθηγητής Παθολογίας-Γαστρεντερολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Διευθυντής της Α’ Πανεπιστημιακής Γαστρεντερολογικής Κλινικής στο Γ.Ν.Α. «Λαϊκό», και Πρόεδρος της Ελληνικής Γαστρεντερολογικής Εταιρείας και του Ελληνικού Ιδρύματος Γαστρεντερολογίας και Διατροφής σημείωσε ότι «θα ήταν μεγάλο πισωγύρισμα αν δεν συνεχίζαμε τέτοια προγράμματα».
Μιλώντας συγκεκριμένα για την περίπτωση του καρκίνου του παχέος εντέρου, ο κ. Παπαθεοδωρίδης τόνισε ότι κατά τον προληπτικό έλεγχο εντοπίζονται όχι μόνο πρώιμες μορφές της νόσου, αλλά και αλλοιώσεις -όπως αδενώματα και πολύποδες- προτού καν δημιουργηθεί ο καρκίνος.
Για τον ίδιο, ένα στοιχείο που χρήζει βελτίωσης αποτελεί η καταγραφή των περιστατικών -ακόμα και των αρνητικών-, αλλά και η πρόσβαση των ασθενών με θετικά ευρήματα στη θεραπεία.
Σε αυτή την κατεύθυνση, πρότεινε να λαμβάνουν μηνύματα και όσοι πολίτες δεν έχουν άυλη συνταγογράφηση, ενώ για όσους δεν ανταποκρίνονται στην υποβολή τους σε προληπτικό έλεγχο, σημείωσε ότι θα πρέπει να επανέρχεται υπενθυμιστικό μήνυμα προκειμένου να βελτιωθεί η συμμετοχή. Ο ίδιος ανέφερε ωστόσο ότι η ευαισθητοποίηση του κόσμου έχει αυξηθεί:
«Το ποσοστό των ανθρώπων που υποβάλλεται σε κολονοσκόπηση είτε σε ιδιωτικά είτε σε δημόσια νοσοκομεία έχει αυξηθεί. Θα πρέπει όλα τα δεδομένα υγείας να καταγράφονται και οι καταγραφές να είναι απλές. Να σου «τρώνε» μόνο δεκαπέντε δευτερόλεπτα και να περιγράφουν τα βασικά μηνύματα. Οι γιατροί πρέπει να είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε {αυτό}».
Η οπτική των ασθενών
Τέλος, προσφέροντας την οπτική των ασθενών επί του θέματος, η κα. Μέμη Τσεκούρα, Πρόεδρος ΔΣ της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας και Πρόεδρος του Συλλόγου Σκελετικής Υγείας «Πεταλούδα» επεσήμανε καταρχάς ότι το πρόγραμμα Προλαμβάνω ήρθε και προκάλεσε μια «επανάσταση» στην Ελλάδα, καθώς «για πρώτη φορά, εκατομμύρια πολίτες υποβλήθηκαν σε προληπτικές εξετάσεις».
«Το ότι φροντίζω την υγεία μου είναι παιδεία, είναι πολιτισμός», δήλωσε.
Παράλληλα, όσον αφορά τα τρέχοντα προβλήματα στην πρόσβαση και πληροφόρηση των πολιτών γύρω από το screening, η κα. Τσεκούρα επεσήμανε ότι:
«Στην Ελλάδα υπάρχει έναν γηράσκων πληθυσμός. Οι ηλικιωμένοι δεν έχουν πρόσβαση στην άυλη συνταγογράφηση. Όλοι μπορεί να λάμβαναν τα μηνύματα. Το ζήτημα όμως είναι η αξιοποίησή τους. Εδώ, πρέπει να βοηθήσουν και οι ΚΟΜΥ και οι φαρμακοποιοί. Επιπλέον, σημαντικό βοηθητικό ρόλο μπορούν να παίξουν και οι Σύλλογοι, οι οποίοι γνωρίζουν τους ανθρώπους, ενώ θα πρέπει να στέλνονται και επαναληπτικά μηνύματα ειδικά σε ανθρώπους με χαμηλή εγγραματοσύνη υγείας», σημείωσε η κα. Τσεκούρα.



