Η φετινή πληρωμή, μάλιστα, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων εκτιμάται ότι προσθέτει περίπου 70.000 νέους δικαιούχους. Πρόκειται για νοικοκυριά που με βάση τα προηγούμενα όρια δεν μπορούσαν να λάβουν την ενίσχυση, αλλά πλέον πληρούν τις προϋποθέσεις ένταξης. Το ποσό της επιστροφής διαμορφώνεται ανάλογα με τη δαπάνη μίσθωσης που έχει πραγματοποιηθεί και μπορεί να φτάσει τα 800 ευρώ για την κύρια κατοικία, με επιπλέον προσαύξηση για τα εξαρτώμενα παιδιά. Παράλληλα, προβλέπεται ξεχωριστή ενίσχυση για τη φοιτητική κατοικία, επίσης έως 800 ευρώ ανά φοιτητή, γεγονός που επιτρέπει σε ορισμένα νοικοκυριά να εισπράξουν συνολικά έως 1.600 ευρώ.
Διασταυρώσεις
Καθοριστικό, πάντως, στάδιο πριν από την πίστωση των χρημάτων αποτελούν οι ηλεκτρονικές διασταυρώσεις που διενεργεί η φορολογική διοίκηση. Η ΑΑΔΕ εξετάζει τα στοιχεία που έχουν δηλωθεί από τους ενοικιαστές και τα αντιπαραβάλλει με τα ηλεκτρονικά μισθωτήρια, καθώς και με τις φορολογικές δηλώσεις των εκμισθωτών. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να εντοπιστούν τυχόν διαφορές στα δηλωθέντα μισθώματα, ανακρίβειες ή ελλείψεις που ενδέχεται να επηρεάσουν την επιλεξιμότητα ή το τελικό ύψος της ενίσχυσης. Η ολοκλήρωση των ελέγχων αποτελεί το βασικό βήμα για την οριστικοποίηση της διαδικασίας πριν από την προγραμματισμένη πληρωμή.
Τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια
Σημαντική αλλαγή για τη φετινή ενίσχυση είναι η αναθεώρηση των εισοδηματικών ορίων. Ειδικότερα, για τους άγαμους το ανώτατο ετήσιο οικογενειακό εισόδημα αυξήθηκε στις 25.000 ευρώ από τις 20.000 ευρώ. Για τους έγγαμους και τα μέρη συμφώνου συμβίωσης το όριο διαμορφώνεται στις 35.000 ευρώ, έναντι 28.000 ευρώ προηγουμένως, ενώ προβλέπεται προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο παιδί, από 4.000 ευρώ που ίσχυε μέχρι σήμερα. Αντίστοιχα, για τις μονογονεϊκές οικογένειες το εισοδηματικό όριο αυξήθηκε στις 39.000 ευρώ από τις 31.000 ευρώ, με επιπλέον προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε παιδί πέραν του πρώτου.
Η κάλυψη των εισοδηματικών προϋποθέσεων, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για τη χορήγηση της επιστροφής. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να πληρούν και το προβλεπόμενο περιουσιακό κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας του υπόχρεου, του ή της συζύγου ή του μέρους συμφώνου συμβίωσης και των εξαρτώμενων τέκνων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ για τον άγαμο. Το συγκεκριμένο όριο προσαυξάνεται κατά 20.000 ευρώ για τον ή τη σύζυγο ή το μέρος συμφώνου συμβίωσης, καθώς και για κάθε εξαρτώμενο παιδί. Για τον υπολογισμό λαμβάνεται υπόψη η αξία που προκύπτει από την πράξη διοικητικού προσδιορισμού ΕΝΦΙΑ.
Το εύρος ενισχύσεων
Σε ό,τι αφορά τον τρόπο υπολογισμού, η επιστροφή αντιστοιχεί στο ένα δωδέκατο της συνολικής δαπάνης ενοικίου που καταβλήθηκε κατά τη διάρκεια του 2025. Ουσιαστικά, η ενίσχυση ισοδυναμεί με ένα μηνιαίο μίσθωμα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνονται τα ανώτατα ποσά που προβλέπει το μέτρο. Έτσι, ενοικιαστής που πλήρωνε 500 ευρώ τον μήνα για ολόκληρο το έτος θα λάβει 500 ευρώ, καθώς η ετήσια δαπάνη του ανήλθε σε 6.000 ευρώ. Αντίστοιχα, για μηνιαίο μίσθωμα 700 ευρώ, η επιστροφή διαμορφώνεται στα 700 ευρώ.
Στις περιπτώσεις υψηλότερων μισθωμάτων ενεργοποιείται το πλαφόν της ενίσχυσης. Για παράδειγμα, ενοικιαστής που κατέβαλλε 1.000 ευρώ τον μήνα και δεν έχει εξαρτώμενα παιδιά δικαιούται επιστροφή έως 800 ευρώ. Εάν έχει δύο εξαρτώμενα παιδιά, το ανώτατο ποσό αυξάνεται στα 900 ευρώ. Η προσαύξηση λόγω τέκνων, πάντως, δεν μπορεί να οδηγήσει σε επιστροφή μεγαλύτερη από το ένα δωδέκατο της συνολικής ετήσιας δαπάνης ενοικίου. Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, η προβλεπόμενη προσαύξηση εφαρμόζεται για κάθε γονέα.
Φοιτητικές κατοικίες
Ειδικό καθεστώς ισχύει για τις φοιτητικές κατοικίες, για τις οποίες προβλέπεται επιστροφή έως 800 ευρώ ανά φοιτητή. Η ενίσχυση αυτή αφορά τα νοικοκυριά που επιβαρύνονται με τη μίσθωση κατοικίας για τις ανάγκες φοίτησης των παιδιών τους. Εάν, ωστόσο, περισσότερα εξαρτώμενα παιδιά διαμένουν στην ίδια μισθωμένη κατοικία, η επιστροφή χορηγείται μία φορά και όχι ξεχωριστά για κάθε φοιτητή.
Δεν απαιτείται, επίσης, η μίσθωση να είχε διάρκεια ολόκληρου του ημερολογιακού έτους. Σε περίπτωση που ένας ενοικιαστής κατέβαλε 600 ευρώ τον μήνα για επτά μήνες, η συνολική δαπάνη ανέρχεται σε 4.200 ευρώ και το ποσό της επιστροφής διαμορφώνεται στα 350 ευρώ. Εάν μέσα στο 2025 υπήρξαν περισσότερες διαδοχικές μισθώσεις, για τον υπολογισμό συνυπολογίζονται τα μισθώματα που καταβλήθηκαν στο σύνολο της χρονιάς.
Τα ανείσπρακτα ενοίκια
Διαφορετική αντιμετώπιση προβλέπεται για τα ανείσπρακτα ενοίκια. Όταν ο ιδιοκτήτης δεν έχει εισπράξει τα μισθώματα που αναγράφονται στο μισθωτήριο, η επιστροφή δεν υπολογίζεται με βάση το συμβατικό ποσό, αλλά σύμφωνα με τα ποσά που έχουν δηλωθεί ως πραγματικά εισπραχθέντα. Η διάκριση αυτή έχει σημασία για τον προσδιορισμό της πραγματικής δαπάνης που αναγνωρίζεται για τη χορήγηση της ενίσχυσης.
Οι ποινές
Αυστηρές είναι, τέλος, οι προβλέψεις για όσους δηλώσουν ανακριβή στοιχεία προκειμένου να λάβουν την επιστροφή. Εφόσον διαπιστωθεί ότι έχουν υποβληθεί ψευδή ή ανακριβή δεδομένα σχετικά με την κύρια ή τη φοιτητική κατοικία, οι δικαιούχοι υποχρεώνονται να επιστρέψουν το σύνολο της ενίσχυσης που εισέπραξαν, μαζί με τους προβλεπόμενους τόκους. Επιπλέον, προβλέπεται αποκλεισμός από τη χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής για τα επόμενα τρία χρόνια.



