Με την ανακοίνωση του φετινού νικητή να έχει προγραμματιστεί για νωρίς την Παρασκευή, οι φιλοδοξίες του Τραμπ για το Νόμπελ Ειρήνης φαίνεται να έχουν μπει προσωρινά στον πάγο. Ο πόλεμος σιγοβράζει στο Ιράν, οι Αμερικανοί πλήττονται από τις υψηλές τιμές της βενζίνης και ο πρόεδρος περνά πλέον πολύ λιγότερο χρόνο απ’ ό,τι παλαιότερα φέρνοντας ξένους ηγέτες στο Οβάλ Γραφείο.
Έχει επίσης σε μεγάλο βαθμό — αν και όχι εντελώς — σταματήσει να μιλά για το βραβείο.
Πολλοί Νορβηγοί είναι ευχαριστημένοι από αυτή την ανάπαυλα, αν και ορισμένοι στη χώρα έχουν ζητήσει να ανασταλεί η απονομή του βραβείου μέχρι το 2029, υποστηρίζοντας ότι η απονομή του όσο βρίσκεται στην εξουσία ο «εκδικητικός» πρόεδρος των ΗΠΑ θα μπορούσε να βλάψει τις προσπάθειες για την ειρήνη περισσότερο απ’ όσο θα τις βοηθούσε.
Ο πρόεδρος φαίνεται προς το παρόν να έχει συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα πρέπει να περιμένει. Άλλες διακρίσεις, πάντως, έχουν έρθει πιο εύκολα: Τον Δεκέμβριο, η FIFA, η διεθνής ομοσπονδία ποδοσφαίρου, του απένειμε ένα βραβείο ειρήνης που δημιούργησε ειδικά για εκείνον. Και η περσινή κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης, η πολιτικός της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα Μαρία Κορίνα Ματσάδο, του έδωσε το μετάλλιό της τον Ιανουάριο, λίγες εβδομάδες αφότου εκείνος ανέτρεψε τον πρώην πρόεδρο της χώρας της, Νικολάς Μαδούρο.
«Μάλλον κανένας πρόεδρος δεν έχει διευθετήσει πολέμους. Εγώ διευθέτησα οκτώ πολέμους, και μάλιστα μεγάλους», δήλωσε ο Τραμπ την Τετάρτη στο Οβάλ Γραφείο, όταν ρωτήθηκε για την επικείμενη ανακοίνωση. «Και όταν η Μαρία μου έδωσε εκείνο το Νόμπελ, είπε ότι όχι μόνο θα έπρεπε να το πάρω φέτος, αλλά ότι δεν έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία του Νόμπελ άνθρωπος που να το άξιζε περισσότερο».
Στην πραγματικότητα, όπως επισημαίνει η Washington Post, ορισμένες από τις συγκρούσεις που ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι διευθέτησε, μεταξύ άλλων οι συγκρούσεις στη Γάζα και στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, έχουν συνεχιστεί. Άλλες τερματίστηκαν σε μεγάλο βαθμό χάρη στις ενέργειες άλλων.
Στο Όσλο, λίγοι από την πολιτική και κοινωνική ελίτ της Νορβηγίας παραπονιούνται που η προσοχή του Αμερικανού ηγέτη έχει στραφεί αλλού — καθώς συνειδητοποιούν ολοένα περισσότερο ότι η οργή του Τραμπ επειδή δεν του απονεμήθηκε το βραβείο μπορεί να έχει πραγματικές συνέπειες.
«Είναι σχεδόν σαν να έχει εξαφανιστεί από τις συζητήσεις. Πέρυσι, παρόλο που ήταν πολύ, πολύ απίθανο, μπορούσε κανείς ακόμη με κάποιον τρόπο να υποστηρίξει ότι δεν ήταν εντελώς εκτός πραγματικότητας να εξετάσει κάποιος το ενδεχόμενο να του απονεμηθεί», δήλωσε ο Χένρικ Σίσε, ο οποίος μέχρι το 2020 ήταν αντιπρόεδρος της εξαμελούς επιτροπής που αποφασίζει τον νικητή του Βραβείου Νόμπελ Ειρήνης.
«Το βραβείο είχε ανέκαθεν πολιτικές — και θα έλεγα γεωπολιτικές — συνέπειες διαφόρων ειδών. Όμως υπάρχουν γεωπολιτικές συνέπειες, και υπάρχει και ο Τραμπ. Και αυτός βρίσκεται σε μια κάπως παράξενη κατηγορία από μόνος του», είπε ο Σίσε, ο οποίος είναι σήμερα ερευνητής καθηγητής στο Ινστιτούτο Έρευνας για την Ειρήνη του Όσλο, έναν οργανισμό που μελετά τις προσπάθειες οικοδόμησης της ειρήνης.
Ακόμη και μήνες μετά την περσινή απονομή, ο Τραμπ είχε καταστήσει σαφές ότι αυτό που θεωρούσε προσβολή εξακολουθούσε να τον ενοχλεί.
Ο Τραμπ είναι ένας από τους σπάνιους ηγέτες που έχουν κάνει ανοιχτή εκστρατεία υπέρ της υποψηφιότητάς τους για το βραβείο. Πέρυσι, μάλιστα, τηλεφώνησε στο κινητό του Νορβηγού υπουργού Οικονομικών Γενς Στόλτενμπεργκ για να πιέσει υπέρ της απονομής του βραβείου.
Η Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ είναι ανεξάρτητη από τη νορβηγική κυβέρνηση, αν και τα μέλη της διορίζονται από το κοινοβούλιο και αντικατοπτρίζουν την πολιτική σύνθεση του νομοθετικού σώματος. Τρία από τα πέντε μέλη της που έχουν δικαίωμα ψήφου έχουν εκφράσει δημόσια στο παρελθόν την αντίθεσή τους στον Τραμπ.
Ένα τέταρτο μέλος, ο συντηρητικός ακαδημαϊκός Άσλε Τόιε, παρευρέθηκε στην ορκωμοσία του Τραμπ, αλλά δήλωσε στο Reuters πέρυσι ότι, ως γενική αρχή, «ορισμένοι υποψήφιοι το επιδιώκουν πραγματικά πολύ έντονα, και αυτό δεν μας αρέσει».
Στην Ουάσιγκτον, ορισμένοι που επιδιώκουν να κερδίσουν την εύνοια του Τραμπ ή να τον ωθήσουν να αναλάβει δράση για ζητήματα που τους ενδιαφέρουν εξακολουθούν να υπονοούν ότι θα μπορούσε να είναι υποψήφιος για το Νόμπελ.
«Νομίζω ότι οι πρόεδροι Τραμπ και Σι [Τζινπίνγκ] θα έπαιρναν μαζί το Νόμπελ Ειρήνης, αν μπορούσαν να συμφωνήσουν σε κάτι που θα έπρεπε να είναι εύκολο να συμφωνήσουν, και αυτό θα ήταν υπέροχο», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, στο περιοδικό Fortune τον περασμένο μήνα, παροτρύνοντας τους ηγέτες των ΗΠΑ και της Κίνας να καταλήξουν σε συμφωνία για τη μείωση των κινδύνων από την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Νορβηγοί ειδικοί στο Νόμπελ λένε ότι ο Τραμπ θα μπορούσε ακόμη να κερδίσει το βραβείο εάν πετύχει μια σημαντική ειρηνευτική συμφωνία — αν και αναγνωρίζουν ότι αυτό είναι απίθανο, ιδιαίτερα λόγω της συγκρουσιακής σχέσης του με την Ευρώπη, τα Ηνωμένα Έθνη και άλλους διεθνείς οργανισμούς που συνήθως θεωρούνται άξιοι για βραβεία Νόμπελ.
«Για να είμαστε δίκαιοι, αυτό δεν είναι ένα βραβείο για αγίους», δήλωσε ο Χάακον Γκέρλεβ, διευθυντής του Ινστιτούτου Έρευνας για την Ειρήνη του Όσλο, ο οποίος επισήμανε ότι το βραβείο έχει κατά καιρούς απονεμηθεί σε αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που, παρ’ όλα αυτά, πέτυχαν σύνθετες ειρηνευτικές συμφωνίες.
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ κέρδισε το βραβείο το 1973 μαζί με τον Βορειοβιετναμέζο διαπραγματευτή ειρήνης Λε Ντουκ Θο, για τη διαπραγμάτευση μιας ανακωχής στο Βιετνάμ εκείνη τη χρονιά. Η απονομή έγινε ενώ ο Κίσινγκερ εξακολουθούσε να συμμετέχει σε αμερικανική εκστρατεία βομβαρδισμών στην Καμπότζη και το Λάος, και δύο μέλη της Επιτροπής Νόμπελ παραιτήθηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας.
Εάν ο Τραμπ «κατάφερνε πραγματικά να πετύχει μια ειρηνευτική συμφωνία για την οποία όλοι θα έλεγαν “αυτή είναι μια σπουδαία συμφωνία”», τότε θα μπορούσε ακόμη να λάβει το μετάλλιο, είπε ο Γκέρλεβ.
Ο διευθυντής δημοσιεύει κάθε χρόνο μια ανεπίσημη λίστα με πιθανούς νικητές. Ο Τραμπ δεν περιλαμβάνεται στη φετινή λίστα, όμως περιλαμβάνονται ορισμένες οργανώσεις που έχει στοχοποιήσει, μεταξύ αυτών το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, το προσωπικό του οποίου έχει υποβάλει σε κυρώσεις.
Στη λίστα βρίσκεται επίσης η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (Committee to Protect Journalists), η οποία υπερασπίζεται την ελευθερία του Τύπου παγκοσμίως, σε μια περίοδο κατά την οποία το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει στραφεί εναντίον Αμερικανών δημοσιογράφων και ο Τραμπ έχει αποκλείσει μέσα ενημέρωσης που δεν τον υποστηρίζουν από τον Λευκό Οίκο.
«Πιστεύουμε ότι αυτή είναι μια χρονιά κατάλληλη για την υποστήριξη της διεθνούς συνεργασίας και της πολυμερούς προσέγγισης», δήλωσε ο Γκέρλεβ.



