Ιστορικά, το κόμμα που βρίσκεται στην αντιπολίτευση κερδίζει σχεδόν πάντα έδρες στις ενδιάμεσες εκλογές. Παράλληλα, η δημοτικότητα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο, με τη στήριξή του να έχει υποχωρήσει ιδιαίτερα μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων και άλλων ομάδων που συνέβαλαν στη νίκη του το 2024.
Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν επίσης την τάση να αποδίδουν χειρότερα όταν ο Τραμπ δεν βρίσκεται ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο, καθώς οι πιο σταθεροί ψηφοφόροι μετακινούνται περισσότερο προς τους Δημοκρατικούς. Περισσότεροι Δημοκρατικοί συμμετείχαν στις φετινές προκριματικές εκλογές, γεγονός που ενδέχεται να δείχνει αυξημένη συμμετοχή και στις γενικές εκλογές.
Οι Δημοκρατικοί έχουν διευρύνει το προβάδισμά τους στις εθνικές δημοσκοπήσεις και στις κρίσιμες πολιτείες από την Ημέρα της Εργασίας και μετά. Ωστόσο, υπάρχει το ενδεχόμενο οι δημοσκοπήσεις να υπερεκτιμούν τη δυναμική τους. Από την άλλη, στις δύο τελευταίες ενδιάμεσες εκλογές δεν υπήρξε συστηματική τάση των δημοσκοπήσεων να ευνοούν τους Δημοκρατικούς.
Το βασικό πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών είναι τα χρήματα. Οι εκστρατείες του GOP και οι σύμμαχοί του δαπανούν περισσότερα χρήματα στις περισσότερες κρίσιμες αναμετρήσεις, με περισσότερα από 180 εκατομμύρια δολάρια από το πολιτικό ταμείο του Τραμπ να έχουν διοχετευθεί στις εκλογές από την Ημέρα της Εργασίας.
Το αποτέλεσμα θα επηρεάσει καθοριστικά το υπόλοιπο της προεδρίας Τραμπ, τόσο ως προς τη νομοθετική του ατζέντα όσο και ως προς την ένταση των ερευνών και του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Παράλληλα, θα αποτελέσει το πρώτο μεγάλο πολιτικό μήνυμα ενόψει των προκριματικών για τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Ακολουθούν τα τέσσερα βασικά σενάρια για το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, όπως τα παρουσιάζει η Washington Post:
1. Ένα «μπλε κύμα»
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν οριακή πλειοψηφία, με 218 έδρες έναντι 214 των Δημοκρατικών, ενώ ένας ανεξάρτητος βουλευτής συνεργάζεται με το GOP. Οι Ρεπουμπλικανοί υπερασπίζονται 16 έδρες που θεωρούνται αμφίρροπες, έναντι μόλις έξι των Δημοκρατικών. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, το Cook Political Report μετέφερε 15 εκλογικές αναμετρήσεις προς την πλευρά των Δημοκρατικών και προέβλεψε ότι αυτοί θα μπορούσαν να ανακτήσουν τη Βουλή.
Οι Δημοκρατικοί έχουν διευρύνει σημαντικά το εκλογικό τους πεδίο, στρατολογώντας ανταγωνιστικούς υποψηφίους ακόμη και σε παραδοσιακά ασφαλείς ρεπουμπλικανικές περιφέρειες. Συνολικά έχουν πλέον θέσει στο στόχαστρο 46 περιφέρειες.
Αν κερδίσουν την εθνική λαϊκή ψήφο με περίπου 10 μονάδες, όσο είναι σήμερα το μέσο προβάδισμά τους στις δημοσκοπήσεις, θα μπορούσαν να κερδίσουν περίπου 33 έδρες στη Βουλή — αποτέλεσμα συγκρίσιμο με τις μεγάλες νίκες τους το 2006 και το 2018.
Στη Γερουσία οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν πλειοψηφία 53-47. Ωστόσο, οι Δημοκρατικοί προηγούνται σε αρκετές κρίσιμες πολιτείες, μεταξύ άλλων στην Αλάσκα, την Αϊόβα, το Μέιν, το Μίσιγκαν, το Νιου Χάμσαϊρ, το Οχάιο και το Τέξας. Σε ακραίο σενάριο, το «μπλε κύμα» θα μπορούσε να απειλήσει ακόμη και ισχυρά ρεπουμπλικανικές έδρες.
2. Ένα «μπλε ρυάκι»
Ένα πιο περιορισμένο σενάριο προβλέπει ότι οι Δημοκρατικοί θα κερδίσουν τη Βουλή αλλά δεν θα καταφέρουν να ανατρέψουν τη Γερουσία.
Για τον έλεγχο της Γερουσίας χρειάζονται να διατηρήσουν τις έδρες τους στη Τζόρτζια και το Μίσιγκαν, να κερδίσουν τη Βόρεια Καρολίνα και το Μέιν και στη συνέχεια δύο ακόμη έδρες σε πολιτείες που ο Τραμπ κέρδισε με τουλάχιστον 13 μονάδες το 2024.
Στη Βουλή, αντίθετα, χρειάζονται καθαρή αύξηση μόλις τριών εδρών. Ωστόσο, η κομματική χειραγώγηση των εκλογικών περιφερειών —το λεγόμενο gerrymandering— έχει περιορίσει σημαντικά τον αριθμό των πραγματικά αμφίρροπων περιφερειών.
Οι Ρεπουμπλικανοί ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο το πλεονέκτημά τους αλλάζοντας εκλογικούς χάρτες σε πολιτείες όπως το Τέξας, η Φλόριντα, το Οχάιο και η Βόρεια Καρολίνα. Παρ’ όλα αυτά, αρκετές από τις νέες περιφέρειες αποδεικνύονται λιγότερο ασφαλείς από όσο υπολόγιζαν.
3. Μια ρεπουμπλικανική έκπληξη
Υπάρχει και το ενδεχόμενο οι Ρεπουμπλικανοί να διαψεύσουν τις δημοσκοπήσεις και να διατηρήσουν —ή ακόμη και να ενισχύσουν— τον έλεγχό τους.
Σε αυτή την περίπτωση θα έχουν να ευχαριστήσουν κυρίως τον εκλογικό χάρτη της Γερουσίας, ο οποίος τους ευνοεί, αλλά και το gerrymandering στη Βουλή. Οι δημοσκοπήσεις θα πρέπει να έχουν πέσει σημαντικά έξω, ενδεχομένως επειδή οι Δημοκρατικοί ήταν πιο πρόθυμοι να απαντήσουν σε έρευνες ή επειδή οι δημοσκόποι εκτίμησαν λανθασμένα ποιοι ψηφοφόροι θα προσέλθουν στις κάλπες.
Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν επίσης σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα και προσπαθούν να αξιοποιήσουν τις υποψηφιότητες Δημοκρατικών που θεωρούνται πιο αριστερές. Παράλληλα, η προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ παρουσιάζει τους Δημοκρατικούς ως «ακραίους» και επιχειρεί να συνδέσει ολόκληρο το κόμμα με τους αυτοαποκαλούμενους σοσιαλιστές που κέρδισαν σε ορισμένες περιοχές.
Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι, πάντως, έχουν αρχίσει να αποστασιοποιούνται από τον Τραμπ, αφαιρώντας αναφορές σε εκείνον από τις ιστοσελίδες τους και διαφωνώντας μαζί του σε ζητήματα όπως η μετανάστευση και ο πόλεμος στο Ιράν.
4. Μια συνταγματική κρίση
Το πιο ανησυχητικό σενάριο δεν αφορά μόνο το αποτέλεσμα αλλά και τον τρόπο διεξαγωγής των εκλογών.
Οι εκλογές στις ΗΠΑ οργανώνονται σε τοπικό επίπεδο και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει άμεσο ρόλο στη διεξαγωγή τους. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιχειρήσει να αλλάξει ορισμένες διαδικασίες ψηφοφορίας, ενώ ορισμένες από αυτές τις προσπάθειες έχουν μπλοκαριστεί από τα δικαστήρια ή το Κογκρέσο.
Οι εκλογικές αρχές προετοιμάζονται ούτως ή άλλως για προβλήματα, όπως δικαστικές προσφυγές, επανακαταμετρήσεις, κυβερνοεπιθέσεις, απειλές για βόμβες και άλλες διαταραχές. Φέτος, όμως, υπάρχει ιδιαίτερη ανησυχία για πιθανή παρέμβαση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Αξιωματούχοι έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο παρουσίας ομοσπονδιακών πρακτόρων ή άλλων «παρατηρητών» σε εκλογικά κέντρα. Παράλληλα, ακτιβιστές της δεξιάς έχουν ζητήσει ακόμη πιο ακραία μέτρα, όπως η επίκληση έκτακτων εξουσιών από τον πρόεδρο.
Οι Δημοκρατικοί και οι νομικοί τους σύμμαχοι προετοιμάζονται για κάθε πιθανή προσπάθεια χρήσης της ομοσπονδιακής εξουσίας ώστε να επηρεαστεί το αποτέλεσμα, έχοντας ως προηγούμενο τις προσπάθειες αμφισβήτησης των εκλογών του 2020.
Έτσι, οι ενδιάμεσες εκλογές δεν αποτελούν απλώς μια μάχη για τη Βουλή και τη Γερουσία. Θα αποτελέσουν κρίσιμο τεστ για τη δημοτικότητα του Τραμπ, για την κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής και, ενδεχομένως, για το πόσο ομαλά θα λειτουργήσει το ίδιο το εκλογικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών.



