Δεν είναι ασυνήθιστο οι ψηφοφόροι του κόμματος που βρίσκεται εκτός εξουσίας να εμφανίζονται περισσότερο κινητοποιημένοι σε μια χρονιά ενδιάμεσων εκλογών. Ωστόσο, η μεγάλη απόκλιση στα ευρήματα αποτελεί δυσοίωνη ένδειξη για τον Τραμπ, ο οποίος έχει αναδιαμορφώσει ριζικά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα την τελευταία δεκαετία και έχει επενδύσει εκ νέου το πολιτικό του κεφάλαιο στην εξασφάλιση νικών για τους Ρεπουμπλικανούς τον Νοέμβριο.
Με λιγότερο από δύο εβδομάδες να απομένουν έως τις εκλογές, η δημοσκόπηση υποδηλώνει ότι οι Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι λειτουργούν με πραγματιστικά κριτήρια και ενδιαφέρονται περισσότερο να αποτρέψουν ένα ισχυρό εκλογικό κύμα υπέρ των Δημοκρατικών παρά να παραμείνουν πιστοί στον Τραμπ. Σε μια χρονιά κατά την οποία η δυσαρέσκεια για το υψηλό κόστος ζωής φαίνεται να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, αυτή η διάκριση ενδέχεται να αποδειχθεί κρίσιμη.
Η δημοσκόπηση, η οποία διενεργήθηκε από τη λονδρέζικη εταιρεία PF Global, αποτυπώνει τον βαθμό στον οποίο η δυσαρέσκεια απέναντι στον Τραμπ κινητοποιεί τους Δημοκρατικούς. Σχεδόν οι μισοί Δημοκρατικοί ψηφοφόροι δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν «κυρίως για να αντιταχθούν στον πρόεδρο Τραμπ», έναντι μόλις 38% των Ρεπουμπλικανών που λένε ότι θα ψηφίσουν κυρίως για να εκφράσουν την υποστήριξή τους προς αυτόν.
Αντίθετα, το μεγαλύτερο ποσοστό των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων στις ενδιάμεσες εκλογές, το 48%, δηλώνει ότι βασικό κίνητρο της ψήφου του είναι η υποστήριξη ενός τοπικού υποψηφίου. Την ίδια άποψη συμμερίζεται μόλις το 37% των Δημοκρατικών.
«Ο Τραμπ κινητοποιεί τους Δημοκρατικούς σε ποσοστό 100% περισσότερο απ’ ό,τι τους Ρεπουμπλικανούς», δήλωσε ο Νταγκ Χέι, επί χρόνια πολιτικός στρατηγικός σύμβουλος των Ρεπουμπλικανών. «Αυτό μπορεί να ίσχυε ούτως ή άλλως, αλλά γίνεται ακόμη πιο έντονο τώρα, που λέξεις όπως “ντίζελ” και “Ιράν” αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινής πολιτικής συζήτησης».
Οι μισοί Ρεπουμπλικανοί εκτιμούν ότι οι υποψήφιοι έχουν περισσότερες πιθανότητες να κερδίσουν εάν ευθυγραμμίζονται με τον Τραμπ, αντί να διαφοροποιούνται από αυτόν. Αντίθετα, μόλις το 30% θεωρεί ότι οι πιθανότητες νίκης αυξάνονται όταν οι υποψήφιοι αποστασιοποιούνται από τον πρόεδρο.
Ωστόσο, οι μισοί Ρεπουμπλικανοί αποδέχονται το ενδεχόμενο οι υποψήφιοί τους να ασκήσουν δημόσια κριτική στον πρόεδρο, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για να κερδίσουν τις δικές τους εκλογικές αναμετρήσεις. Το ποσοστό αυτό συγκρίνεται με το 37% που θεωρεί ότι οι υποψήφιοι πρέπει να παραμείνουν πιστοί στον Τραμπ και να στηρίξουν την ατζέντα του, ακόμη κι αν διακινδυνεύσουν την ήττα τους.
Επιπλέον, η πλειονότητα των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων πιστεύει ότι ο ίδιος ο Τραμπ θα πρέπει να αφήσει περιθώρια στους υποψηφίους να διαφοροποιούνται από εκείνον σε συγκεκριμένα ζητήματα, εφόσον αυτό αυξάνει τις πιθανότητες εκλογής τους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο ρυθμός ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης, το κόστος ζωής και το κατά πόσο ο πόλεμος στο Ιράν ήταν σωστή απόφαση.
Η ίδια τάση καταγράφεται μεταξύ των ψηφοφόρων που στήριξαν τον Τραμπ το 2024 και αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη του κινήματος MAGA, σε καθεμία από τις παραπάνω θεματικές. Το εύρημα υποδηλώνει ότι ακόμη και οι πιο πιστοί υποστηρικτές του θέλουν να επιτρέπεται στους υποψηφίους να κρατούν αποστάσεις από τον πρόεδρο, εφόσον αυτό μπορεί να τους βοηθήσει να κερδίσουν.
«Ο πρόεδρος Τραμπ είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης, ο καλύτερος επικοινωνιακός εκπρόσωπος και ο ασυναγώνιστος παράγοντας κινητοποίησης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ενώ έχει δεσμευτεί να διατηρήσει τις ρεπουμπλικανικές πλειοψηφίες στο Κογκρέσο», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Ντέιβις Ινγκλ.
Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος της Εθνικής Επιτροπής των Ρεπουμπλικανών (RNC), Νάταλι Μπαλντασάρε, υποστήριξε ότι «το POLITICO δεν χρειαζόταν να διενεργήσει δημοσκόπηση για να γνωρίζει ότι οι Δημοκρατικοί κινητοποιούνται από το μίσος τους για τον πρόεδρο Τραμπ, όπως και οι Ρεπουμπλικανοί από την υποστήριξή τους προς αυτόν».
Πρόσθεσε ότι οι Ρεπουμπλικανοί προβάλλουν τα επιτεύγματά τους, όπως οι φορολογικές μειώσεις και η ασφάλεια των συνόρων, ενώ, κατά την ίδια, οι Δημοκρατικοί έχουν ως προεκλογική ατζέντα τις έρευνες, την παρεμπόδιση του κυβερνητικού έργου και την παραπομπή του προέδρου.
Η ένταση, ωστόσο, αποτυπώνεται ήδη στην προεκλογική εκστρατεία, καθώς Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι σε αμφίρροπες αναμετρήσεις προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη διατήρηση της στήριξης του Τραμπ και της βάσης του κινήματος MAGA και στην αποφυγή της αποξένωσης μετριοπαθών ψηφοφόρων και ανεξάρτητων. Η πίεση εντείνεται καθώς ο Τραμπ συμμετέχει σε προεκλογικές εκδηλώσεις σε πολιτείες-κλειδιά αλλά και σε πολιτείες που παραδοσιακά στηρίζουν τους Ρεπουμπλικανούς. Ορισμένοι υποψήφιοι καλούνται να σταθμίσουν ακόμη και το κατά πόσο η κοινή δημόσια εμφάνισή τους με τον πρόεδρο μπορεί να τους κοστίσει πολιτικά.
«Νομίζω ότι οι Ρεπουμπλικανοί βρίσκονται μπροστά σε μια επιλογή όπου πρέπει να αποφασίσουν ποιο δάχτυλο θα κόψουν», δήλωσε ανώνυμα, προκειμένου να μιλήσει ανοιχτά για το προεκλογικό τοπίο, στέλεχος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος σε εθνικό επίπεδο. «Δεν υπάρχει καλή απάντηση».
Στην Αϊόβα, όπου έχει ενταθεί η δυσαρέσκεια για ορισμένες από τις βασικές πολιτικές του Τραμπ, μεταξύ των οποίων οι δασμοί και η αύξηση του κόστους που συνδέεται με τον πόλεμο στο Ιράν, οι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι έχουν επιχειρήσει να κρατήσουν αποστάσεις από τον πρόεδρο.
Η Ρεπουμπλικανή βουλευτής Άσλεϊ Χίνσον, υποψήφια του κόμματος για τη Γερουσία, έχει δηλώσει ότι ο πόλεμος πρέπει να «οδηγηθεί σε επιτυχή και άμεση λήξη». Παράλληλα, δεν συμμετείχε σε προεκλογική συγκέντρωση που πραγματοποίησε στην πολιτεία τον προηγούμενο μήνα ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς.
Αρκετοί ακόμη Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι έχουν απουσιάσει από συγκεντρώσεις του Τραμπ στις πολιτείες τους, ενώ πολλοί εμφανίζονται ολοένα πιο επιφυλακτικοί ως προς την αναφορά του ονόματός του στις προεκλογικές διαφημίσεις τους. Αυτό συμβαίνει ακόμη και σε πολιτείες που θεωρούνταν ασφαλείς για τους Ρεπουμπλικανούς, αλλά τους τελευταίους μήνες έχουν αρχίσει να εμφανίζουν πιο ανταγωνιστική εικόνα.
Στη Τζόρτζια, όπου η αναμέτρηση για την ανάδειξη κυβερνήτη θεωρείται αμφίρροπη, ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Ρικ Τζάκσον διαχειρίζεται προσεκτικά τη σχέση του με τον Τραμπ. Αποφεύγει να έρθει δημόσια σε ρήξη με τον πρόεδρο σε ζητήματα πολιτικής, περιορίζοντας παράλληλα τις άμεσες αναφορές σε αυτόν στις προεκλογικές διαφημίσεις και στις τηλεοπτικές συζητήσεις.
«Δεν είμαι βέβαιος ότι η παρουσία του Τραμπ στη Τζόρτζια βοηθά τους Ρεπουμπλικανούς περισσότερο απ’ όσο κινητοποιεί τους Δημοκρατικούς, ειδικά σε μια χρονιά που ενδέχεται να υπάρξει εκλογικό κύμα», δήλωσε ο Τζέισον Σέπερντ, πρώην επικεφαλής της τοπικής οργάνωσης των Ρεπουμπλικανών στην κομητεία Κομπ, ο οποίος στηρίζει τον Τζάκσον.
Οι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι βρίσκονται έτσι σε δύσκολη θέση: οι ψηφοφόροι τους είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν διαφοροποιήσεις από τον Τραμπ, εφόσον διακυβεύεται η νίκη, όμως ούτε οι ίδιοι ούτε οι υποψήφιοι μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια στάση θα αποδειχθεί επιζήμια για την εκλογική τους επίδοση.
«Δεν υπάρχει λόγος να επιτίθεται κανείς χωρίς αιτία στον Λευκό Οίκο και να δημιουργεί έναν εχθρό», ανέφερε το ίδιο στέλεχος των Ρεπουμπλικανών. «Ο τελικός στόχος, όμως, είναι η επανεκλογή. Και αν χρειαστεί να επανεκλεγούν, ακόμη κι αν ο πρόεδρος ενοχληθεί για κάποιο διάστημα, θα το ξεπεράσει».
Ενώ οι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην πίστη στον Τραμπ και στην ανάγκη να διαφοροποιηθούν σε επιμέρους ζητήματα, οι Δημοκρατικοί ψηφοφόροι παραμένουν ιδιαίτερα κινητοποιημένοι κατά της ατζέντας του.
Ακόμη και η επίσημη υποστήριξη του Τραμπ προς έναν Ρεπουμπλικανό υποψήφιο φαίνεται να επηρεάζει περισσότερο αρνητικά τους Δημοκρατικούς παρά θετικά τους Ρεπουμπλικανούς. Περίπου το 70% των Δημοκρατικών ψηφοφόρων δηλώνει ότι η υποστήριξη του προέδρου θα τους έκανε λιγότερο πιθανό να ψηφίσουν έναν υποψήφιο, ενώ το 55% των Ρεπουμπλικανών αναφέρει ότι θα ήταν πιο πιθανό να τον στηρίξει.
«Οι ενδιάμεσες εκλογές αφορούν τη διαχείριση της οργής και τις προσδοκίες που δεν εκπληρώθηκαν», δήλωσε ο Πολ Σούμεϊκερ, πολιτικός στρατηγικός σύμβουλος των Ρεπουμπλικανών με έδρα τη Βόρεια Καρολίνα. «Πολλοί Ρεπουμπλικανοί και αναποφάσιστοι ψηφοφόροι αισθάνονται ότι οι προσδοκίες τους δεν έχουν εκπληρωθεί όσον αφορά την αντιμετώπιση των οικονομικών τους προβλημάτων».



