Σημαντική δικαστική εξέλιξη στην πολυετή αντιδικία μεταξύ της Heineken και της Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης (ΖΜΘ) αποτελεί η απόφαση του Πρωτοδικείου του Άμστερνταμ, στις 21 Οκτωβρίου 2026, με την οποία επιδικάστηκε στη ΖΜΘ συνολικό ποσό €111 εκατ. για τη ζημία που συνδέεται με τις πρακτικές της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας στην ελληνική αγορά μπίρας κατά την περίοδο 1998-2014.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η Heineken N.V. και η ελληνική θυγατρική της, Αθηναϊκή Ζυθοποιία, ευθύνονται από κοινού για την αποκατάσταση της ζημίας. Από το συνολικό ποσό, τα €43 εκατ. αφορούν την αποζημίωση και τα €68 εκατ. τους νόμιμους τόκους που έχουν συσσωρευτεί κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.
Η Heineken, ωστόσο, διαφωνεί με σημαντικά σημεία της απόφασης και ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση, υποστηρίζοντας ότι το ύψος της αποζημίωσης δεν αποτυπώνει με ακρίβεια τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς και τα οικονομικά δεδομένα της επίμαχης περιόδου.
Η θέση της Heineken και οι λόγοι της έφεσης
Στην ανακοίνωσή της για τη δικαστική απόφαση, η Heineken δηλώνει ότι σέβεται το δικαστήριο και τη νομική διαδικασία, διευκρινίζει όμως ότι διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις ως προς επιμέρους πτυχές της κρίσης του.
Όπως επισημαίνει, αξιώσεις αποζημίωσης τέτοιου ύψους πρέπει να στηρίζονται σε επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία και να αντανακλούν τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά την εξεταζόμενη περίοδο.
Σύμφωνα με τον όμιλο, ο υπολογισμός της ζημίας βασίζεται εν μέρει σε παραδοχές για τις πωλήσεις, την τιμολόγηση και την κερδοφορία της ΖΜΘ σε ένα υποθετικό σενάριο αγοράς, δηλαδή σε μια εκτίμηση για το πώς θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί η δραστηριότητα της εταιρείας υπό διαφορετικές συνθήκες ανταγωνισμού.
Η Heineken θεωρεί ότι οι παραδοχές αυτές πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά σε συνάρτηση με τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία και τις εξελίξεις της αγοράς εκείνης της περιόδου. Εκτιμά, παράλληλα, ότι το ποσό που επιδικάστηκε δεν αποτυπώνει ορθά τους συγκεκριμένους παράγοντες.
Για τον λόγο αυτό, χαρακτηρίζει την έφεση ως το ενδεδειγμένο επόμενο νομικό βήμα, προκειμένου τα ζητήματα που αμφισβητεί να εξεταστούν εκ νέου.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στους τόκους, οι οποίοι ανέρχονται σε €68 εκατ. και αντιστοιχούν περίπου στο 61% του συνολικού ποσού. Η εταιρεία αποδίδει το ύψος τους στα νόμιμα επιτόκια και στη μεγάλη χρονική διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών.
Παράλληλα, η Heineken υπογραμμίζει ότι η συμμόρφωση με το δίκαιο του ανταγωνισμού αποτελεί βασικό πυλώνα της εταιρικής διακυβέρνησής της. Όπως αναφέρει, εφαρμόζει σχετικές πολιτικές και πρότυπα σε όλες τις αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται, ενώ διαθέτει ελεγκτικούς μηχανισμούς και προγράμματα εκπαίδευσης για το προσωπικό της. Δηλώνει, τέλος, ότι παραμένει προσηλωμένη στις αρχές της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία περί ανταγωνισμού.
Το μοντέλο υπολογισμού της ζημίας
Από την πλευρά της ΖΜΘ, η δικαστική απόφαση αποτελεί δικαίωση της πολυετούς προσπάθειας για την αποκατάσταση της ζημίας που, σύμφωνα με την εταιρεία, υπέστη από τις πρακτικές της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας.
Όπως αναφέρει η ΖΜΘ, το δικαστήριο υιοθέτησε το οικονομικό μοντέλο που εκπόνησε η Oxera, οικονομικός σύμβουλος της εταιρείας, απορρίπτοντας σε γενικές γραμμές τα επιχειρήματα της Heineken και του δικού της οικονομικού συμβούλου, CRA.
Για την εκτίμηση της ζημίας, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ευρήματα της ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού σχετικά με τη φύση, τη διάρκεια και την έκταση των πρακτικών που αποδόθηκαν στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ΖΜΘ, Δημήτρης Πολιτόπουλος, έχει χαρακτηρίσει την υπόθεση ιδιαίτερης σημασίας για την ευρωπαϊκή αγορά, επισημαίνοντας ότι, κατά την εκτίμηση της εταιρείας, πρόκειται για την πρώτη υπόθεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία ιδιωτική επιχείρηση διεκδικεί αποζημίωση τέτοιας κλίμακας βάσει διαπιστώσεων εθνικής αρχής ανταγωνισμού.
Από την απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού στην προσφυγή στην Ολλανδία
Η δικαστική διαμάχη έχει τις ρίζες της στην απόφαση της ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού τον Δεκέμβριο του 2015. Τότε, η ανεξάρτητη αρχή διαπίστωσε ότι η Αθηναϊκή Ζυθοποιία είχε καταχραστεί τη δεσπόζουσα θέση της στην ελληνική αγορά μπίρας, εφαρμόζοντας πρακτικές που, σύμφωνα με τα ευρήματα της υπόθεσης, απέκλειαν ανταγωνιστές από την αγορά για τουλάχιστον 16 χρόνια.
Η απόφαση συνοδεύτηκε από την επιβολή προστίμου που αποτέλεσε το υψηλότερο στην ιστορία της Επιτροπής μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή. Σύμφωνα με τη ΖΜΘ, οι τότε διευθύνοντες σύμβουλοι της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας καταδικάστηκαν αμετάκλητα από τα ελληνικά δικαστήρια για τη σχετική υπόθεση.
Το 2017, η ΖΜΘ προσέφυγε κατά της Heineken στο Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ, επιδιώκοντας να αποζημιωθεί για τη ζημία που υποστηρίζει ότι υπέστη εξαιτίας των πρακτικών αυτών.
Καθοριστική εξέλιξη σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2024, όταν το ολλανδικό δικαστήριο έκρινε με ενδιάμεση απόφαση ότι η Heineken και η Αθηναϊκή Ζυθοποιία αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα. Με βάση αυτή την κρίση, οι δύο εταιρείες θεωρήθηκαν από κοινού υπεύθυνες για τη ζημία που συνδέεται με τις παράνομες πρακτικές της ελληνικής θυγατρικής.
Η συμμετοχή της Heineken στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία ανέρχεται σε 98,8%.
Στη συνέχεια, η προσπάθεια της Heineken να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία των ολλανδικών δικαστηρίων απορρίφθηκε τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας τον Ιούνιο του 2026, έπειτα και από τη σχετική εισήγηση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Φεβρουάριο του 2025.
Η απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2026 αφορά πλέον το ύψος της αποζημίωσης που επιδικάστηκε στη ΖΜΘ, με τη Heineken να προαναγγέλλει την προσφυγή της σε δεύτερο βαθμό.
Στο χαρτοφυλάκιο της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι μπίρες Άλφα, Μάμος, Νύμφη, Noctua, Fischer, Amstel και Heineken.
Οι αντιδράσεις της Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης
Σχολιάζοντας την απόφαση, ο διευθυντής Εταιρικής Ανάπτυξης της ΖΜΘ, Δημήτρης Κρις, υποστήριξε ότι η Heineken επιδίωκε επί σχεδόν τρεις δεκαετίες να αποφύγει την ευθύνη για τη ζημία που, σύμφωνα με την εταιρεία, προκάλεσαν οι πρακτικές της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας τόσο στη ΖΜΘ όσο και στους Έλληνες καταναλωτές έως το 2014.
Χαρακτήρισε τη δικαστική εξέλιξη σημαντικό βήμα προς την αποκατάσταση της ζημίας και έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της ΖΜΘ. Απέδωσε, παράλληλα, το αποτέλεσμα στον σχεδιασμό, στην επιμονή και στη συστηματική εργασία της εταιρείας κατά τη διάρκεια της πολυετούς αντιδικίας, σημειώνοντας ότι η διεκδίκηση δεν έχει ολοκληρωθεί.
Η ΖΜΘ εκτιμά ότι η απόφαση έχει ευρύτερη σημασία για την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς επιβεβαιώνει, κατά την άποψή της, τη δυνατότητα απόδοσης ευθύνης σε μητρική εταιρεία για παραβάσεις θυγατρικής της.
Παράλληλα, θεωρεί ότι ενισχύεται η δυνατότητα επιχειρήσεων που έχουν υποστεί ζημία από αντιανταγωνιστικές πρακτικές να διεκδικούν αποζημιώσεις στην έδρα πολυεθνικών ομίλων, όταν οι παραβάσεις αφορούν δραστηριότητες σε άλλα κράτη-μέλη.
Από την πλευρά της, η υπεύθυνη Επικοινωνίας της ΖΜΘ, Μαρίνα Κουτσογιάννη, υποστήριξε ότι η Heineken καλείται πλέον να αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες των πρακτικών που αποδόθηκαν στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία.
Επικαλέστηκε, επίσης, αποφάσεις και ευρήματα αρχών ανταγωνισμού στην Ελλάδα, την Ολλανδία, την Αυστρία, την Ουγγαρία και τις ΗΠΑ, τα οποία, σύμφωνα με την ίδια, αναδεικνύουν τη σοβαρότητα και την έκταση των ζητημάτων που έχουν εξεταστεί σε διαφορετικές αγορές.
Η ίδια συνέδεσε τη συγκεκριμένη υπόθεση με τη δυνατότητα ιδιωτών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων να διεκδικούν αποζημιώσεις όταν θεωρούν ότι έχουν υποστεί ζημία από αντιανταγωνιστικές πρακτικές μεγάλων πολυεθνικών ομίλων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η υπόθεση της Αυστρίας και η νέα έρευνα στην Ελλάδα
Στην ανακοίνωσή της, η ΖΜΘ αναφέρεται και στην Αυστρία, όπου, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, η Ομοσπονδιακή Αρχή Ανταγωνισμού έχει κινήσει διαδικασία κατά της Heineken και της θυγατρικής της Brau Union ενώπιον του Δικαστηρίου Καρτέλ της Βιέννης.
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι οι πρακτικές που εξετάζονται στην αυστριακή υπόθεση εμφανίζουν ομοιότητες με εκείνες που διαπιστώθηκαν στην ελληνική αγορά. Η αναφορά αυτή αποτελεί θέση της ΖΜΘ στο πλαίσιο της ευρύτερης επιχειρηματολογίας της για τη σημασία της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΖΜΘ, η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει ξεκινήσει νέα έρευνα για καταγγελλόμενες καταχρηστικές πρακτικές στην ελληνική αγορά μπίρας, μετά την απόφαση του 2015.
Η ΖΜΘ εκτιμά ότι, εφόσον η νέα έρευνα καταλήξει σε πρόσθετα ευρήματα σε βάρος της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, η έκβαση της δικής της αγωγής θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για άλλες επιχειρήσεις που θεωρούν ότι έχουν υποστεί ζημία από αντίστοιχες πρακτικές.
Η πορεία της ΖΜΘ από την Κομοτηνή στις διεθνείς αγορές
Η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης ιδρύθηκε το 1996 στην Κομοτηνή και, σύμφωνα με την εταιρεία, αποτέλεσε την πρώτη ζυθοποιία ελληνικής ιδιοκτησίας της σύγχρονης εποχής που εισήγαγε ελληνική μπίρα στην εγχώρια αγορά.
Το 1998 λάνσαρε τη Βεργίνα Premium Lager, σε μια αγορά στην οποία, όπως αναφέρει η ίδια, κυριαρχούσαν ξένες ζυθοποιίες ήδη από τον 19ο αιώνα. Η χρονική αυτή συγκυρία συμπίπτει με την έναρξη της περιόδου που εξετάστηκε από την Επιτροπή Ανταγωνισμού στην υπόθεση της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας.
Σήμερα, η ΖΜΘ δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, διαθέτοντας χαρτοφυλάκιο premium και specialty μπιρών, οι οποίες έχουν διακριθεί σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς διαγωνισμούς.
Παράλληλα, έχει αναπτύξει πρόγραμμα συμβολαιακής καλλιέργειας κριθαριού βυνοποίησης, συνεργαζόμενη απευθείας με εκατοντάδες Έλληνες παραγωγούς, καθώς και δραστηριότητα παραγωγής και εξαγωγής ελληνικών specialty βυνών.







