• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Τράπεζα Κύπρου: Επιστροφή στην Ελλάδα και σενάρια για την επόμενη μέρα – Οι επενδύσεις των €240 εκατ. στην τεχνολογία
16:28 - 12 Οκτ 2026

Τράπεζα Κύπρου: Επιστροφή στην Ελλάδα και σενάρια για την επόμενη μέρα – Οι επενδύσεις των €240 εκατ. στην τεχνολογία

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Δεκατρία χρόνια μετά την αποχώρησή της από την ελληνική αγορά, στον απόηχο της κυπριακής χρηματοπιστωτικής κρίσης, η Τράπεζα Κύπρου επανεξετάζει τις δυνατότητες επέκτασής της στην Ελλάδα, με διαφορετικούς όρους και σαφώς πιο επιλεκτική στρατηγική. Οι ασφαλιστικές εργασίες και η διαχείριση περιουσίας αποτελούν τους βασικούς τομείς στους οποίους αναζητεί ευκαιρίες εξαγορών, αξιοποιώντας την ισχυρή κεφαλαιακή της θέση, την υψηλή ρευστότητα και την κερδοφορία που έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια.

Το σχέδιο του διευθύνοντος συμβούλου, Πανίκου Νικολάου, όπως παρουσιάστηκε σε δημοσιογραφική εκδήλωση στο τέλος της περασμένης εβδομάδος, στην Αγία Νάπα, δεν προβλέπει την ανασύσταση ενός δικτύου καταστημάτων λιανικής τραπεζικής, αλλά την ενίσχυση της παρουσίας του ομίλου σε δραστηριότητες με προοπτικές ανάπτυξης και διαφοροποίησης των εσόδων. Παράλληλα, η διοίκηση δρομολογεί επενδύσεις 240 εκατ. ευρώ στην τεχνολογία για την τριετία 2026-2028, επιδιώκει την περαιτέρω ανάπτυξη των ψηφιακών υπηρεσιών και διατηρεί ως βασικό στόχο την υψηλή ανταμοιβή των μετόχων, με τις συνολικές διανομές να μπορούν να φθάσουν έως το 100% της προσαρμοσμένης επαναλαμβανόμενης κερδοφορίας το 2027 και το 2028.

Η στρατηγική αυτή εξελίσσεται σε μια περίοδο, μάλιστα, κατά την οποία η ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά κινείται προς μεγαλύτερα σχήματα, ενώ η αποκλιμάκωση των επιτοκίων εντείνει την ανάγκη ενίσχυσης των προμηθειών, των ασφαλιστικών εσόδων και των επενδυτικών υπηρεσιών. Την ίδια στιγμή, η ισχυρή παρουσία της Τράπεζας Κύπρου στην εγχώρια αγορά και η διεύρυνση των εργασιών της στην Ελλάδα διαμορφώνουν νέα δεδομένα για την επόμενη ημέρα του ομίλου.

Στοχευμένες εξαγορές και επιστροφή στην ελληνική αγορά

Το ενδιαφέρον για την Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς μια προοπτική για το μέλλον. Όπως αναφέρθηκε, η χώρα είναι ήδη η σημαντικότερη αγορά του ομίλου εκτός Κύπρου, με τη δανειακή έκθεση να διαμορφώνεται στα 493 εκατ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου 2026. Η δραστηριότητα επικεντρώνεται κυρίως στη χρηματοδότηση μεγάλων επιχειρήσεων, έργων και κοινοπρακτικών δανείων, χωρίς να περιλαμβάνει σχέδια για επαναφορά του μοντέλου λιανικής τραπεζικής που υπήρχε πριν από την κρίση.

Μιλώντας, συγκεκριμένα, σε δημοσιογράφους στην Αγία Νάπα, ο Πανίκος Νικολάου επιβεβαίωσε ότι η διοίκηση εξετάζει ευκαιρίες εξαγορών στους τομείς των ασφαλειών και της διαχείρισης περιουσίας. Έθεσε, ωστόσο, ως βασική προϋπόθεση την οικονομική λογική κάθε συμφωνίας, υπογραμμίζοντας ότι η ανάπτυξη μέσω εξαγορών δεν μπορεί να στηρίζεται σε υπερβολικά τιμήματα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, επίσης, στη διατήρηση των ομάδων που έχουν αναπτύξει τις δραστηριότητες των υποψήφιων εταιρειών, ειδικά στον χώρο της διαχείρισης περιουσίας.

Η επιλογή των συγκεκριμένων κλάδων συνδέεται με την επιδίωξη ενίσχυσης των επαναλαμβανόμενων εσόδων και περιορισμού της εξάρτησης από τα επιτοκιακά περιθώρια. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται η εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής Κύπρου, η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2025, καθώς και η επένδυση 6 εκατ. ευρώ για την απόκτηση ποσοστού 26% στη Wealthyhood, με στόχο την ανάπτυξη ψηφιακών επενδυτικών υπηρεσιών.

Παράλληλα, η τράπεζα έχει συμφωνήσει να αποκτήσει χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων περίπου 150 εκατ. ευρώ και καταθέσεις περίπου 500 εκατ. ευρώ από την CDB Bank, με την ολοκλήρωση της συναλλαγής να αναμένεται έως το τέλος του 2026, υπό την προϋπόθεση των απαιτούμενων εγκρίσεων.

Τα σενάρια για την Εθνική και η νέα ευρωπαϊκή τραπεζική πραγματικότητα

Η προοπτική επέκτασης της Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα συμπίπτει με την αναζωπύρωση των σεναρίων για ενδεχόμενη εξαγορά της από την Εθνική Τράπεζα. Μάλιστα, με βάση πηγές της διοίκησης, δεν αποκλείεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ωστόσο όπως επισημαίνουν, εάν υποβληθεί πρόταση, η διοίκηση οφείλει να την αξιολογήσει και να την παρουσιάσει στους μετόχους, στους οποίους ανήκει η τελική απόφαση. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη πρόταση ή γνωστή συμφωνία για μια τέτοια συναλλαγή.

Η τοποθέτηση αυτή αντανακλά και τις ευρύτερες αλλαγές στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο. Οι αυξημένες απαιτήσεις για επενδύσεις στην τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιακή εξυπηρέτηση ενισχύουν τα πλεονεκτήματα που προσφέρει το μεγαλύτερο μέγεθος.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον επικεφαλής της κυπριακής τράπεζας, Π. Νικολάου, εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για ισχυρούς τοπικούς ομίλους, οι οποίοι μπορούν να αξιοποιούν την ευελιξία τους και να λαμβάνουν ταχύτερες αποφάσεις.

Για την Τράπεζα Κύπρου, το ζητούμενο είναι να διατηρήσει την ανεξάρτητη αναπτυξιακή της δυναμική, χωρίς να αποκλείει εκ των προτέρων τις ευρύτερες στρατηγικές εξελίξεις της αγοράς. Η κεφαλαιακή της επάρκεια και η κερδοφορία της προσφέρουν τη δυνατότητα να εξετάζει εξαγορές, να χρηματοδοτεί τον ψηφιακό μετασχηματισμό της και ταυτόχρονα να επιστρέφει σημαντικό μέρος των κερδών στους μετόχους της.

Ισχυρή κυπριακή βάση και περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης

Η αφετηρία της στρατηγικής βρίσκεται στην ίδια την κυπριακή αγορά, όπου η Τράπεζα Κύπρου συγκαταλέγεται στους δύο μεγαλύτερους παίκτες στους τομείς των τραπεζικών υπηρεσιών, των ασφαλίσεων και των πληρωμών. Παρά τα ήδη υψηλά μερίδιά της, η διοίκηση εκτιμά ότι υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης, καθώς η οικονομία του νησιού διαφοροποιείται και προσελκύει νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Η ανάδειξη της Κύπρου σε επιχειρηματικό και τεχνολογικό κόμβο της ευρύτερης περιοχής δημιουργεί νέες ανάγκες για τραπεζικές υπηρεσίες, ασφαλιστικά προϊόντα, στεγαστική πίστη και επενδυτικές λύσεις. Ενδεικτικά, ο τομέας της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών αντιπροσωπεύει πλέον περίπου το 13% του κυπριακού ΑΕΠ, έναντι 7% το 2019, ενώ η άμεση συνεισφορά του τουρισμού υπολογίζεται σε 6%-7%.

Η κυπριακή οικονομία, μάλιστα,αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό κοντά στο 3% το 2026, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρατίθενται, διατηρώντας θετικές προοπτικές παρά τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες. Η διεύρυνση της οικονομικής δραστηριότητας λειτουργεί ως πρόσθετη πηγή ανάπτυξης για την τράπεζα, καθώς δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες χωρίς να απαιτείται κατ' ανάγκη αύξηση των μεριδίων της εις βάρος των ανταγωνιστών της.

Ο Πανίκος Νικολάου αναφέρθηκε, παράλληλα, στην ευρεία πολιτική συναίνεση που υπάρχει στην Κύπρο γύρω από τον στόχο της ενίσχυσης του επιχειρηματικού και τεχνολογικού ρόλου της χώρας. Κατά την εκτίμησή του, η μεγαλύτερη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην οικονομική ανάπτυξη περιορίζει την εξάρτηση από τις πολιτικές εξελίξεις, σε σύγκριση με οικονομίες όπου σημαντικό μέρος της αναπτυξιακής δυναμικής συνδέεται με δημόσιους πόρους και συγκεκριμένα χρηματοδοτικά προγράμματα.

Κερδοφορία πέρα από τα επιτοκιακά έσοδα

Η διαφοροποίηση των πηγών εσόδων αποτελεί κεντρικό στοιχείο του επιχειρηματικού σχεδίου, καθώς η αποκλιμάκωση των επιτοκίων ασκεί πιέσεις στα καθαρά επιτοκιακά έσοδα των τραπεζών. Η Τράπεζα Κύπρου επιδιώκει να αντισταθμίσει αυτή την τάση μέσω της πιστωτικής επέκτασης, της ανάπτυξης των ασφαλιστικών εργασιών, των επενδυτικών υπηρεσιών και των πληρωμών.

Όπως, δε, αναφέρθηκε, τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2026 αποτυπώνουν τη δυναμική του ομίλου. Τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν κατά 7%, στα 252 εκατ. ευρώ, ενώ η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 18,8%. Οι νέες χορηγήσεις ανήλθαν σε 1,64 δισ. ευρώ και το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε κατά 8%, στα 11,4 δισ. ευρώ. Οι καταθέσεις έφθασαν τα 22,8 δισ. ευρώ, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 9%.

Η ρευστότητα παραμένει υψηλή, με τον δείκτη δανείων προς καταθέσεις να κινείται περίπου στο 50%, αφήνοντας περιθώρια για περαιτέρω χρηματοδότηση της οικονομίας. Την ίδια στιγμή, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν περιοριστεί στο 1%, από περίπου 65% το 2015, καταγράφοντας τη μεγάλη αλλαγή στο προφίλ κινδύνου του ομίλου.

Στο σκέλος των μη επιτοκιακών εσόδων, τα επαναλαμβανόμενα έσοδα αυξήθηκαν κατά 9%, στα 132 εκατ. ευρώ, ενώ το καθαρό ασφαλιστικό αποτέλεσμα ενισχύθηκε κατά 35%, στα 33 εκατ. ευρώ. Για την περίοδο 2026-2028, η διοίκηση στοχεύει σε απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων περίπου 15%. Σε κανονικοποιημένη κεφαλαιακή βάση, με δείκτη CET1 στο 15%, η επιδιωκόμενη απόδοση υπερβαίνει το 20%, γεγονός που συνδέεται με το υψηλότερο κεφαλαιακό απόθεμα που διαθέτει σήμερα η τράπεζα.

Στο ψηφιακό μέλλον με επενδύσεις 240 εκατ. ευρώ

Η τεχνολογία αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες του σχεδιασμού για τα επόμενα χρόνια. Η Τράπεζα Κύπρου προγραμματίζει επενδύσεις ύψους 240 εκατ. ευρώ για την τριετία 2026-2028, με την τεχνητή νοημοσύνη να αποκτά ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στην εξυπηρέτηση των πελατών, στην αυτοματοποίηση διαδικασιών και στην ανάπτυξη νέων προϊόντων.

Η φιλοδοξία είναι η εφαρμογή της τράπεζας για κινητά να εξελιχθεί σταδιακά σε έναν προσωπικό ψηφιακό τραπεζικό σύμβουλο, ο οποίος θα παρέχει εξατομικευμένες προτάσεις με βάση τις ανάγκες κάθε χρήστη. Για το τέλος του 2026 σχεδιάζεται, επίσης, η δημιουργία κεντρικής υποδομής για την ανάπτυξη και τον έλεγχο ψηφιακών βοηθών τεχνητής νοημοσύνης.

Η μετάβαση αυτή στηρίζεται σε μια ήδη διευρυμένη ψηφιακή πελατειακή βάση. Οι ενεργοί χρήστες των ψηφιακών καναλιών ανέρχονται σε 517.000, εκ των οποίων περίπου το ένα τρίτο συνδέεται καθημερινά, ενώ οι χρήστες της εφαρμογής για κινητά φθάνουν τους 488.000. Το QuickPay αριθμεί 259.000 ενεργούς χρήστες.

Παράλληλα, η τράπεζα αναπτύσσει προϊόντα που απευθύνονται σε διαφορετικές ανάγκες και ηλικιακές ομάδες. Τα ψηφιακά στεγαστικά δάνεια είχαν φθάσει τα 33 εκατ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου, το Fleksy για αγορές με μεταγενέστερη αποπληρωμή είχε καταγράψει συναλλαγές περίπου 8 εκατ. ευρώ από την έναρξή του, ενώ το Joey αριθμούσε περίπου 13.000 νεαρούς χρήστες.

Ξεχωριστή θέση στο ψηφιακό οικοσύστημα έχει η Jinius, μέσω της οποίας ο όμιλος επεκτείνεται στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Η πλατφόρμα συνδέει επιχειρήσεις και καταναλωτές, με δυνατότητα ενσωμάτωσης τραπεζικών προϊόντων στις εμπορικές συναλλαγές. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, η αξία των συναλλαγών μέσω του επιχειρηματικού σκέλους της ανήλθε σε 1,7 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 58%, ενώ οι εγγεγραμμένες επιχειρήσεις πλησίασαν τις 1.930.

Ο σχεδιασμός για την περίοδο 2027-2029 προβλέπει περαιτέρω ανάπτυξη των ψηφιακών υπηρεσιών, ενίσχυση των καρτών και των πληρωμών, αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και ενσωμάτωση τραπεζικών λύσεων σε εμπορικές πλατφόρμες. Στόχος είναι οι χρηματοδοτήσεις να προσφέρονται όλο και περισσότερο στο σημείο όπου γεννάται η ανάγκη του πελάτη, για παράδειγμα κατά την αγορά ενός προϊόντος ή ενός ακινήτου.

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός συνδέεται και με τον έλεγχο του λειτουργικού κόστους. Η τράπεζα εμφανίζει δείκτη κόστους προς έσοδα 36%, ενώ η διοίκηση επιδιώκει να τον διατηρήσει κοντά στο 40% τα επόμενα χρόνια, παρά τις αυξημένες τεχνολογικές δαπάνες. Η αναδιοργάνωση των εργασιών και η απλοποίηση των διαδικασιών έχουν ήδη συμβάλει στη μείωση του προσωπικού κατά περίπου ένα τρίτο τα τελευταία χρόνια, ενώ η επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως.

Διανομές έως 100% των κερδών και ισχυρό κεφαλαιακό απόθεμα

Στο μεταξύ, η δυνατότητα συνδυασμού επενδύσεων, εξαγορών και υψηλών διανομών στηρίζεται στην κεφαλαιακή θέση της Τράπεζας Κύπρου. Στο τέλος Ιουνίου 2026, ο δείκτης βασικών εποπτικών κεφαλαίων CET1 διαμορφώθηκε στο 20,9%, σημαντικά υψηλότερα από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του περίπου 15%.

Η ενίσχυση της μερισματικής πολιτικής αποτυπώνεται στην πορεία των συνολικών διανομών, οι οποίες αυξήθηκαν από 22 εκατ. ευρώ το 2022 σε 305 εκατ. ευρώ το 2025. Για το πρώτο εξάμηνο του 2026 έχει ανακοινωθεί ενδιάμεσο μέρισμα 0,24 ευρώ ανά μετοχή, συνολικού ύψους περίπου 105 εκατ. ευρώ, με προγραμματισμένη καταβολή στις 21 Οκτωβρίου 2026.

Για το σύνολο του 2026, ο στόχος των συνολικών διανομών φθάνει έως το 90% της προσαρμοσμένης επαναλαμβανόμενης κερδοφορίας. Για το 2027 και το 2028, το ποσοστό μπορεί να ανέλθει έως το 100% ετησίως, με βασική διανομή 70% και δυνατότητα πρόσθετων επιστροφών, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και την κεφαλαιακή θέση του ομίλου.

Την ίδια ώρα, η επανεισαγωγή της μετοχής στο Χρηματιστήριο Αθηνών διευρύνει την πρόσβαση σε θεσμικούς επενδυτές. Σύμφωνα με την οικονομική διευθύντρια, Ελίζα Λειβαδιώτου, περίπου το 25% του μετοχολογίου έχει αλλάξει χέρια από την επανεισαγωγή, στοιχείο που καταγράφει τη μεταβολή στη μετοχική βάση της τράπεζας.