• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΙΕΛΚΑ: Στα €26 δισ. η ετήσια δαπάνη για είδη παντοπωλείου – Πώς άλλαξε το καλάθι των νοικοκυριών
12:39 - 12 Οκτ 2026

ΙΕΛΚΑ: Στα €26 δισ. η ετήσια δαπάνη για είδη παντοπωλείου – Πώς άλλαξε το καλάθι των νοικοκυριών

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Σταδιακή αναδιάρθρωση του οικογενειακού προϋπολογισμού και αισθητές αλλαγές στη σύνθεση του διατροφικού καλαθιού καταγράφει το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), με αφορμή την Ημέρα Διατροφής 2026 (16 Οκτωβρίου).  

Το ΙΕΛΚΑ επεξεργάστηκε τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ και εξέτασε την πορεία των αγορών από το 2008 έως το 2025.

Η συνολική ετήσια δαπάνη για είδη παντοπωλείου, σε όλα τα σημεία πώλησης, υπολογίζεται σε περίπου 25,7 δισ. ευρώ. Τα περισσότερα χρήματα πηγαίνουν σε τρόφιμα (περίπου 18,1 δισ. ευρώ), ενώ τα μη αλκοολούχα ποτά απορροφούν περίπου 1,0 δισ. και τα αλκοολούχα 1,6 δισ. ευρώ.

Σημαντικό κομμάτι του καλαθιού αφορά και μη τρόφιμα: περίπου 1,7 δισ. ευρώ για είδη οικιακής φροντίδας και 2,3 δισ. ευρώ για είδη προσωπικής φροντίδας. Έτσι φαίνεται πόσο ευρύ είναι το φάσμα των αγορών που κάνουν τα ελληνικά νοικοκυριά από τα κανάλια λιανικής παντοπωλείου, πέρα από τις καθαρά διατροφικές ανάγκες.

Το ποσό των 25,7 δισ. ευρώ αφορά μόνο τα ελληνικά νοικοκυριά. Δεν συμπεριλαμβάνει τη δαπάνη των περίπου 40 εκατ. ξένων επισκεπτών, η οποία σύμφωνα με μια πρώτη εκτίμηση ξεπερνά το 1,5 δισ. ευρώ.

Κατά την ανάλυση του ΙΕΛΚΑ, η συνολική ετήσια δαπάνη ανά κάτοικο έφτασε το 2025 τα 9.216 ευρώ, αυξημένη κατά 5,5% σε σχέση με το 2024. Η δαπάνη για είδη παντοπωλείου διαμορφώθηκε στα 2.433 ευρώ ανά κάτοικο, με πιο συγκρατημένη άνοδο, 3,9%. Αναλυτικά, τα τρόφιμα αυξήθηκαν κατά 4,1%, τα μη αλκοολούχα ποτά κατά 3,6% και τα αλκοολούχα κατά 8,1%. Στα μη τρόφιμα, η δαπάνη για οικιακή φροντίδα ανέβηκε κατά 8,7%, ενώ για προσωπική φροντίδα υποχώρησε κατά 2,9%.

Επομένως, το 2025 η δαπάνη για παντοπωλείου αυξήθηκε λιγότερο τόσο από τη συνολική καταναλωτική δαπάνη (+5,5%) όσο και από τις καθαρές αποδοχές στα δύο υποδειγματικά νοικοκυριά της μελέτης. Οι καθαρές αποδοχές ενός άγαμου χωρίς παιδιά, με εισόδημα στο 100% του μέσου μισθού, ενισχύθηκαν κατά 7,3% το 2025. Σε ένα ζευγάρι με δύο παιδιά και δύο εργαζόμενους, που ο καθένας παίρνει το 100% του μέσου μισθού, η αύξηση ήταν 9,4%. Αντίθετα, μεγαλύτερες πιέσεις εμφανίζονται σε άλλες βασικές κατηγορίες του προϋπολογισμού: η στέγαση ακρίβυνε κατά 8,3%, το ενοίκιο κατά 14,4% και η εστίαση κατά 6,1%.

Συνεπώς, το 2025 τα έξοδα για παντοπωλείου αυξήθηκαν σαφώς πιο αργά από τις καθαρές αποδοχές και των δύο τύπων νοικοκυριού. Οι επιμέρους δαπάνες δεν κινούνται ομοιόμορφα, καθώς οι πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις εντοπίζονται κυρίως στη στέγαση και ιδιαίτερα στα ενοίκια.

Αναδιάρθρωση της καταναλωτικής δαπάνης

Η έρευνα του ΙΕΛΚΑ δείχνει μια μεγάλη αναδιάρθρωση της κατανάλωσης στη διάρκεια των τελευταίων 17 ετών. Η συνολική ετήσια δαπάνη ανά κάτοικο έπεσε απότομα στα χρόνια της κρίσης, από 9.518 ευρώ το 2008 σε ελάχιστο 6.267 ευρώ το 2020, και μετά ανέκαμψε, φτάνοντας τα 9.216 ευρώ το 2025. Σε ονομαστικούς όρους, πάντως, δεν έχει ακόμη ξεπεράσει το επίπεδο του 2008. Οι επιμέρους κατηγορίες ακολούθησαν διαφορετικές πορείες. Οι δαπάνες για τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά αποδείχθηκαν πιο δύσκολο να περικοπούν στην κρίση και τα τελευταία χρόνια ανεβαίνουν. Έντονη είναι επίσης η αύξηση στη στέγαση και την εστίαση μετά το 2020 και την πανδημία.

Η σύγκριση με το 2008 αναδεικνύει, κατά το ΙΕΛΚΑ, τις διαφορές ανάμεσα στις βασικές κατηγορίες. Το 2025 η συνολική δαπάνη των νοικοκυριών είναι περίπου 3% κάτω από το 2008, ενώ η δαπάνη για τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά είναι περίπου 20% πάνω. Πολύ μεγαλύτερη είναι η μεταβολή στο ρεύμα, που έχει περισσότερο από διπλασιαστεί σε σχέση με το 2008, και στα ενοίκια, που έχουν αυξηθεί κατά 36%. Αντίθετα, η συνολική δαπάνη για καύσιμα βρίσκεται κοντά στο επίπεδο που είχε στην αρχή της περιόδου.

Έτσι επιβεβαιώνεται ότι οι πιέσεις στον οικογενειακό προϋπολογισμό δεν είναι ίδιες παντού και ότι η σύνθεσή τους άλλαξε ουσιωδώς τα τελευταία 17 χρόνια.

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η εικόνα όταν δούμε πόσο ζυγίζει κάθε κατηγορία στον συνολικό προϋπολογισμό. Το μερίδιο των τροφίμων και των μη αλκοολούχων ποτών αυξήθηκε στην κρίση και κορυφώθηκε το 2020, στην πανδημία, στο 23,1%, από 16,4% το 2008. Από τότε υποχωρεί και το 2025 είναι 20,4%, από 20,7% το 2023 και το 2024. Στην ουσία, από το 2012 και μετά, εκτός από την περίοδο της πανδημίας και παρά τις ανατιμήσεις, τα νοικοκυριά ξοδεύουν σε τρόφιμα περίπου το 20-21% των συνολικών τους δαπανών.

Αντίθετη κατεύθυνση έχει η στέγαση, που απορροφά πλέον το 14,7% της συνολικής δαπάνης, από 11,8% το 2008 και 14,1% το 2023. Η εστίαση, από την πλευρά της, έχει ανακάμψει και ξεπεράσει τα προπανδημικά επίπεδα, φτάνοντας το 10,7% του συνόλου το 2025. Τα στοιχεία δείχνουν λοιπόν ότι τα τελευταία χρόνια η στέγαση και η εστίαση βαραίνουν όλο και περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ενώ το μερίδιο της διατροφής σταθεροποιείται και υποχωρεί ελαφρά.

Αλλαγές στη διατροφή

Ακόμη πιο ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία για τις ποσότητες που αγοράζονται, τα οποία δείχνουν σημαντικές μεταβολές στη σύνθεση του διατροφικού καλαθιού των ελληνικών νοικοκυριών. Αν συγκρίνουμε το 2025 με το 2008 και το 2015, οι αλλαγές δεν είναι ομοιόμορφες και δείχνουν μετακινήσεις ανάμεσα σε κατηγορίες προϊόντων:

  • Στις βασικές πηγές υδατανθράκων η εικόνα είναι ανάμεικτη. Οι ποσότητες ψωμιού και αρτοσκευασμάτων είναι κατά 12,3% μικρότερες από το 2008, ενώ τα δημητριακά αυξάνονται κατά 32,3% και τα ζυμαρικά κατά 10,3%. Πρόκειται, συνεπώς, περισσότερο για αλλαγή στη σύνθεση των αγορών παρά για γενική τάση μείωσης των υδατανθράκων.
  • Στις ζωικές πρωτεΐνες φαίνεται καθαρή μετατόπιση ανάμεσα στις κατηγορίες. Το βοδινό κρέας υποχωρεί κατά 29,2% σε σχέση με το 2008, τα αλλαντικά κατά 35,4%, τα ψάρια κατά 14,6% και τα θαλασσινά κατά 37,2%. Αντίθετα, τα πουλερικά ανεβαίνουν κατά 31,9% και φτάνουν τα 16,9 κιλά ανά άτομο τον χρόνο.
  • Και στα γαλακτοκομικά η σύνθεση αλλάζει αισθητά. Το πλήρες φρέσκο γάλα μειώνεται κατά 42,5% και το συντηρημένο κατά 60,0%, ενώ το γάλα χαμηλών λιπαρών αυξάνεται κατά 38,0% και το γιαούρτι κατά 31,0%. Εμφανίζονται επίσης για πρώτη φορά τα φυτικά γάλατα. Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η αύξηση στα αυγά, κατά 66,6% σε σχέση με το 2008.
  • Στα λίπη και τα έλαια ξεχωρίζει η πτώση των ποσοτήτων ελαιολάδου, κατά 34,8% από το 2008 και κατά 40,2% από το 2015. Η εξέλιξη αυτή πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με την πορεία των τιμών και με τις καταναλωτικές συνήθειες, και δεν μπορεί να αποδοθεί μόνη της σε έναν συγκεκριμένο παράγοντα.
  • Στα φρούτα και τα λαχανικά η εικόνα είναι πάλι μικτή: τα φρούτα μειώνονται κατά 8,9% σε σχέση με το 2008, ενώ τα λαχανικά μένουν πρακτικά αμετάβλητα (+1,0%). Τα όσπρια ανεβαίνουν κατά 23,5% και οι ξηροί καρποί κατά 11,0%. Αντίθετα, μεγάλη πτώση σημειώνεται στις πατάτες (-24,2%).
  • Εντυπωσιακές είναι οι αλλαγές στα γλυκά και στα έτοιμα τρόφιμα. Η ζάχαρη έχει υποχωρήσει κατά 53,5% σε σχέση με το 2008, ενώ αυξάνονται το μέλι και οι μαρμελάδες (+68,9%), οι σοκολάτες (+9,3%) και τα παγωτά (+20,2%).
  • Παράλληλα, τα έτοιμα γεύματα αναπτύσσονται πολύ δυναμικά: από μόλις 0,24 κιλά ανά κάτοικο το 2015 σε 3,34 κιλά το 2025, κάτι που δείχνει στροφή προς πιο εύκολες και γρήγορες λύσεις.

Μια επιπλέον διάσταση της ανάλυσης είναι η εκτίμηση των θερμίδων που αντιστοιχούν στις ποσότητες που αγοράζουν τα νοικοκυριά. Με βάση ενδεικτικές μέσες θερμιδικές αξίες ανά κατηγορία προϊόντων, οι καταγεγραμμένες αγορές αντιστοιχούν σε περίπου 1.915 kcal ημερησίως ανά άτομο το 2025, από 2.149 kcal το 2015 και 2.210 kcal το 2008. Η μείωση είναι 13,3% σε σχέση με το 2008 και 10,9% σε σχέση με το 2015.

Το εύρημα αυτό, όπως τονίζει το ΙΕΛΚΑ, δεν πρέπει να διαβαστεί ως αντίστοιχη μείωση της πραγματικής θερμιδικής πρόσληψης του πληθυσμού.

Η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών καταγράφει τι αγοράζεται και τι εισέρχεται στο νοικοκυριό, όχι τι καταναλώνει στην πράξη κάθε άτομο. Δεν αποτυπώνει με τον ίδιο τρόπο τη σπατάλη τροφίμων, το φαγητό εκτός σπιτιού ή όλες τις πιθανές πηγές θερμίδων. Επομένως, η εκτίμηση λειτουργεί κυρίως ως δείκτης της αλλαγής στη σύνθεση και στις ποσότητες του καλαθιού τροφίμων που μπαίνει στο σπίτι, και όχι ως μέτρηση της διατροφικής ή θερμιδικής πρόσληψης των Ελλήνων.

Η μεγαλύτερη αξία του δείκτη βρίσκεται, λοιπόν, στη σύγκριση μέσα στον χρόνο. Η μείωση οφείλεται κυρίως σε κατηγορίες με μεγάλη θερμιδική συνεισφορά, όπως το ψωμί και τα αρτοσκευάσματα, το ελαιόλαδο, η ζάχαρη, το τυρί και ορισμένα είδη κρέατος, ενώ αυξάνεται η συνεισφορά άλλων κατηγοριών, όπως τα πουλερικά, το γιαούρτι, τα αυγά και τα έτοιμα γεύματα.

Ενδιαφέρον έχουν και τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για την παχυσαρκία. Το 2025, το 12,8% των ενηλίκων στην Ελλάδα καταγράφεται ως παχύσαρκο, αισθητά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, που είναι 16,3%. Η Ελλάδα έχει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό ανάμεσα στα κράτη-μέλη, μετά την Ιταλία (7,0%), ενώ ακολουθεί η Ρουμανία (12,9%). Το στοιχείο αυτό είναι ενδιαφέρον σε συνδυασμό με τις μεγάλες αλλαγές στο διατροφικό καλάθι των ελληνικών νοικοκυριών. Ωστόσο, κατά το ΙΕΛΚΑ, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί άμεση αιτιώδης σχέση ανάμεσα στις μεταβολές των ποσοτήτων τροφίμων που αγοράζονται και στην εξέλιξη της παχυσαρκίας, αφού πρόκειται για διαφορετικούς δείκτες με διαφορετικές πηγές δεδομένων.

Συνολικά, τα στοιχεία δείχνουν μια ουσιαστική αλλαγή του διατροφικού και καταναλωτικού προτύπου των ελληνικών νοικοκυριών την τελευταία δεκαεπταετία. Οι αλλαγές δεν έχουν μία κατεύθυνση, αλλά περιλαμβάνουν μετακινήσεις ανάμεσα σε προϊόντα και κατηγορίες, καθώς οι καταναλωτές προσαρμόζουν σταδιακά το καλάθι τους στις νέες οικονομικές, κοινωνικές και διατροφικές συνθήκες.

Παρά τις έντονες μεταβολές στις τιμές και στον οικογενειακό προϋπολογισμό των τελευταίων ετών, η διατροφή εξακολουθεί να απορροφά περίπου το ένα πέμπτο των συνολικών δαπανών των νοικοκυριών, ποσοστό σχετικά σταθερό από το 2012, με εξαίρεση την πανδημία. Η κύρια δαπάνη αφορά τρόφιμα, με περίπου 18,1 δισ. ευρώ τον χρόνο, ενώ περίπου 1,0 δισ. ευρώ πηγαίνει σε μη αλκοολούχα ποτά και 1,6 δισ. ευρώ σε αλκοολούχα.