Η χρηματοδοτική αυτή δυναμική συνοδεύει τη σταδιακή ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την εντυπωσιακή αύξηση των ξενοδοχείων πέντε αστέρων. Παράλληλα, αναδεικνύει τον κομβικό ρόλο του κλάδου στην οικονομία, αλλά και την ανάγκη οι επενδύσεις να μεταφράζονται σε υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερη δαπάνη ανά επισκέπτη και ουσιαστικότερα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες.
Τα ζητήματα αυτά βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκδήλωσης του ΙΝΣΕΤΕ, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026, για την παρουσίαση της μελέτης «Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές».
Δάνεια 10,9 δισ. ευρώ και άνοδος των πεντάστερων
Η τραπεζική χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις καταλυμάτων και εστίασης υπερδιπλασιάστηκε, μάλιστα, την περίοδο 2006-2025, καθώς τα υπόλοιπα δανείων αυξήθηκαν από 4,6 δισ. ευρώ σε περίπου 10,9 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος έως τον Αύγουστο του 2026 διατηρούν το μέγεθος αυτό κοντά στα 11 δισ. ευρώ.
Την τελευταία πενταετία, δε, οι νέες χορηγήσεις ανήλθαν κατά μέσο όρο σε περίπου 1,22 δισ. ευρώ ετησίως, σύμφωνα με όσα είπε μιλώντας στην εκδήλωση ο Δρ. Τάσος Αναστασάτος, επικεφαλής οικονομολόγος του Ομίλου Eurobank και πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικών Αναλύσεων και Προοπτικών του Τραπεζικού Κλάδου της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τις επενδύσεις για την αναβάθμιση των καταλυμάτων και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Ενδεικτική είναι η πορεία των ξενοδοχείων πέντε αστέρων: μεταξύ 2004 και 2025 ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 6,3 φορές, με το μερίδιό τους στο σύνολο των μονάδων να ανεβαίνει από 1,6% σε 8,6%. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η μεταβολή στη δυναμικότητα, καθώς πλέον συγκεντρώνουν το 26% των ξενοδοχειακών κλινών της χώρας, έναντι 7,8% το 2004.
Η αναβάθμιση της προσφοράς, πάντως, δημιουργεί προϋποθέσεις για υψηλότερη προστιθέμενη αξία. Το επόμενο ζητούμενο, ωστόσο, όπωςς τονίστηκε στην εκδήλωση, είναι οι επενδύσεις να ενισχύουν συνολικά την ποιότητα των υπηρεσιών, την τεχνολογική ετοιμότητα, την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη βιωσιμότητα των προορισμών.
Τουρισμός: Πυλώνας για οικονομία και περιφέρεια
Η χρηματοδοτική δυναμική του κλάδου αντανακλά τη βαρύτητά του για την ελληνική οικονομία. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, το 2025 η άμεση συνεισφορά του τουρισμού αντιστοιχούσε στο 13% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική, άμεση και έμμεση, συνεισφορά του εκτιμάται περίπου στο 30%. Οι επενδύσεις του κλάδου υπολογίζονται σε περίπου 5 δισ. ευρώ.
Ο τουρισμός ενισχύει παράλληλα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, καθώς οι ταξιδιωτικές εισπράξεις καλύπτουν περίπου τα δύο τρίτα του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών, όπως ανέφερε ο κ. Αναστασάτος. Σύμφωνα με την ίδια τοποθέτηση, περίπου το 15% των φορολογικών εσόδων του κράτους συνδέεται με την τουριστική δραστηριότητα.
Η συμβολή του, ωστόσο, δεν περιορίζεται στα μακροοικονομικά μεγέθη αλλά επεκτείνεται σε άλλους κλάδους. Ειδικά σε περιπτώσεις περιοχών με αυξημένο αποτύπωμα στον τουρισμό. Έτσι, το 75% της τουριστικής δραστηριότητας πραγματοποιείται εκτός Αττικής και το 58% στις νησιωτικές περιφέρειες, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία του για την απασχόληση, την επιχειρηματικότητα και τη διατήρηση της οικονομικής ζωής σε απομακρυσμένες περιοχές.
Όπως υπογράμμισε, επίσης, ο κ. Αναστασάτος, ο τουρισμός δεν στερεί κατ’ ανάγκην πόρους από άλλους παραγωγικούς κλάδους. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργεί ζήτηση για την αγροδιατροφή, το εμπόριο, τις μεταφορές και άλλες υπηρεσίες. Η πρόκληση, ωστόσο, είναι να ενισχυθούν αυτές οι διασυνδέσεις και να παραμένει μεγαλύτερο μέρος της παραγόμενης αξίας στην εγχώρια οικονομία.
Από τις αφίξεις στη μεγαλύτερη δαπάνη ανά επισκέπτη
Η επόμενη, πάντως, φάση ανάπτυξης δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην αύξηση των αφίξεων. Κρίσιμο ζητούμενο είναι η ενίσχυση της δαπάνης ανά επισκέπτη και της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων, με παράλληλη βελτίωση των δημόσιων και ιδιωτικών υποδομών.
Η σύγκριση, μάλιστα, με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Πορτογαλία, αναδεικνύει τη σημασία της εκπαίδευσης, των δεξιοτήτων και της αποτελεσματικότερης οργάνωσης των επιχειρήσεων. Η σύνδεση του τουρισμού με την εγχώρια παραγωγή, αλλά και η αξιοποίηση της τεχνολογίας, μπορούν να ενισχύσουν την οικονομική απόδοση του κλάδου.
Στο πεδίο της απασχόλησης, η Έλενα Γκίκα-Πετρουλάκη, Chief People Officer της Costa Navarino, ανέδειξε την ανάγκη μετάβασης από τις εποχικές θέσεις εργασίας σε σταθερότερες επαγγελματικές διαδρομές. Η προσέλκυση και διατήρηση εργαζομένων προϋποθέτει αξιόπιστες εργασιακές σχέσεις, ποιοτική διοίκηση, συνεχή κατάρτιση και πραγματικές προοπτικές εξέλιξης, τόνισε χαρακτηριστικά.
Η διαχείριση της επιτυχίας
Παρά τις θετικές επιδόσεις, η συγκέντρωση της δραστηριότητας σε συγκεκριμένες περιοχές και περιόδους, οι ελλείψεις υποδομών, η πίεση στη στέγαση και η κλιματική κρίση αποτελούν κρίσιμες προκλήσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη, πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των εισπράξεων, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη γεωγραφική και χρονική διάχυση της τουριστικής ανάπτυξης.
Στο φόντο αυτό, η Δρ. Φαίη Μακαντάση, διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις, επισήμανε ότι η επιτυχία του τουρισμού πρέπει να αξιολογείται και με βάση την ποιότητα ζωής στους προορισμούς, την επάρκεια των υποδομών και τη δίκαιη κατανομή των ωφελειών. Σε αυτό το πλαίσιο, κρίσιμη είναι η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ κεντρικής διοίκησης, Περιφερειών και Δήμων, καθώς και η αποτελεσματικότερη λειτουργία των Οργανισμών Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμών.
Όπως σημείωσε, επίσης, ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, η πρόκληση είναι να αξιοποιηθούν καλύτερα τα πλεονεκτήματα του ελληνικού τουρισμού, με έμφαση στην παραγωγικότητα, στους ανθρώπους και στον σχεδιασμό της τουριστικής ανάπτυξης.



