Αντώνης Καρακούσης
«Σε λίγον καιρό, πιθανώς το 2007 και στη χειρότερη περίπτωση το 2008, δύο γειτονικές προς εμάς χώρες, η Βουλγαρία και η Ρουμανία, θα έχουν ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρακτικά τούτο σημαίνει πως τα σύνορά μας θα ανοίξουν, η πρόσβαση προς την Ευρώπη θα είναι ελεύθερη, ο βαλκανικός φράχτης θα πέσει, θα αποκαλυφθεί, πρώτη φορά από τα χρόνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενιαίος, χωρίς εμπόδια, ένας ευρύς οικονομικός χώρος, που θα ξεκινά από την Κύπρο, θα διαπερνά την ελληνική πρωτεύουσα, θα ανέρχεται στη συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη και από εκεί θα εκτείνεται ανεμπόδιστα προς τη Σόφια, το Βουκουρέστι, τη Βουδαπέστη, τη Λιουμπλιάνα, τη Βιέννη, την Πράγα, το Μόναχο, τη Βαρσοβία και προς την υπόλοιπη Ευρώπη.
Αργότερα, στο επόμενο κύμα ευρωπαϊκής ενοποίησης, η Θεσσαλονίκη θα έχει ανοιχτούς δρόμους προς το Ζάγκρεμπ, το Βελιγράδι, το Σαράγεβο, πιθανώς προς τα Σκόπια, την Πρίστινα και γιατί όχι προς την Πόλη.
Αυτές είναι οι προοπτικές της Θεσσαλονίκης για την επόμενη δεκαετία. Να εξελιχθεί σε μια πόλη-βάση, σε ένα σταθμό δραστηριοτήτων προς την Ευρώπη και σε έναν προορισμό για όλους τους γείτονες, για όλους τους Ευρωπαίους, που αντιμετωπίζουν τη Βαλκανική αλλά και τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο ως ζώνες αναδυόμενου πλούτου και ευημερίας.
Αυτή η πόλη, με αυτές τις προοπτικές και με ιστορία μοναδική, αντίστοιχη της θέσης της, φαντάζει σήμερα μίζερη και προβληματική.
Καταθλιπτική η ηγεσία της, με το βλέμμα στραμμένο στον Νότο και το χέρι απλωμένο στην Αθήνα, δεν μπορεί και δεν θέλει να δει το μέλλον.
Δήμαρχος και νομάρχης, μα και άλλοι παράγοντες της πόλης, μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε πρότυπα παλαιοκομματικά, είναι δεσμευμένοι από δόγματα άλλων εποχών, δεν μπορούν να δουν δυο μέτρα πιο πέρα.
Αντί να δρουν και να ενεργούν με το βλέμμα στραμμένο στον Βορρά, αντί να κάνουν καθετί προκειμένου να αναδείξουν τα πλεονεκτήματα της Θεσσαλονίκης και συνολικά της Βόρειας Ελλάδας, αντί να χτίζουν ευκαιρίες μεγέθυνσης και εκμετάλλευσης των νέων συνθηκών, αναπαράγουν πρότυπα προστατευτισμού και συρρίκνωσης.
Το δυστύχημα είναι ότι δρουν ανεξέλεγκτοι, διαπαιδαγωγώντας αναλόγως τους πολίτες, τους οποίους μετατρέπουν σε παθητικούς δέκτες της πολιτικής τους αδράνειας. Εμποτίζουν την πόλη και συνολικά τη Βόρεια Ελλάδα με αντιλήψεις που δεν ταιριάζουν ούτε στη θέση της ούτε στην ιστορία της. ..»
Τα Νέα
Από το κύριο άρθρο
«Δύο προβλήματα έχει η ελληνική «δωρεάν παιδεία»: Δεν είναι ούτε «δωρεάν», αλλά ούτε και «παιδεία». Oπως μάλιστα αποδεικνύει με στοιχεία η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία κάθε νοικοκυριό, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, αναγκάζεται σε κάθε βαθμίδα της Παιδείας να αγοράσει εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Πλούσιες και φτωχές οικογένειες δαπανούν υπέρογκα ποσά για να καλύψουν τα κενά που έχει το δημόσιο σύστημα. Με άλλα λόγια, η κακή παιδεία, παρά το γεγονός ότι είναι δημόσια δεν μπορεί ποτέ να είναι δωρεάν. Oλοι εξαναγκάζονται να πληρώσουν: όχι μόνο για τη διαβίωση των φοιτητών, ή για βιβλία και υλικά που είναι αναγκαία στην εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά και γι αυτές καθ αυτές τις υπηρεσίες που υποτίθεται ότι παρέχονται δωρεάν.
Δεν είναι ο μοναδικός ψευδής όρος που χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα. Το αυτό ισχύει και για τη «δωρεάν υγεία», όπου πλέον οι ιδιωτικές δαπάνες είναι ισομεγέθεις με τις κρατικές, χωρίς να συνυπολογίζουμε τη «μαύρη οικονομία της υγείας» («φακελάκια» κ.λ.π.) Στην Ελλάδα όλες οι βασικές υπηρεσίες παρέχονται δήθεν δωρεάν, αλλά οι πολίτες ξέρουν ότι χωρίς τη δική τους οικονομική συμβολή τίποτε δεν μπορούν να επιτύχουν.
Το πρόβλημα της υποχρηματοδότησης της δημόσιας παιδείας είναι μεγάλο και σοβαρό. Πρέπει να λυθεί, αλλά αφού πρώτα εξασφαλίσουμε ότι τα χρήματα πιάνουν τόπο. Στην κατάσταση που βρίσκεται η δημόσια παιδεία σήμερα βαδίζουμε στα τυφλά: Τίποτε δεν αξιολογείται και δεν γνωρίζουμε καν ποιες δραστηριότητες πρέπει να χρηματοδοτηθούν. Στο τέλος οι στατιστικές αποδεικνύουν απλώς τα αδιέξοδα.
Για να αποκτήσουμε πραγματική δωρεάν εκπαίδευση, πρέπει πρώτα να αποκτήσ