Η προσοχή των αγορών, αλλά και των κεντρικών τραπεζών, παραμένει στραμμένη στις διακυμάνσεις του πετρελαίου που προκαλεί η ένταση με το Ιράν, λόγω της άμεσης επίδρασής τους στο κόστος ζωής. Ωστόσο, η εντυπωσιακή επενδυτική επέκταση στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύει παράλληλα τη ζήτηση για κατασκευές, βιομηχανική παραγωγή και τεχνολογικό εξοπλισμό, ενώ παράγει και πληθωριστικές πιέσεις μέσα από ελλείψεις και πιέσεις σε κρίσιμα αγαθά όπως μικροτσίπ, συστήματα μνήμης και λογισμικό.
Οι σχετικές δαπάνες εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 800 δισ. δολάρια μέσα στο τρέχον έτος, ενώ σε ετήσιο ορίζοντα αναμένεται να φτάσουν σε επίπεδα τρισεκατομμυρίων. Ήδη επηρεάζουν τις εταιρικές επιδόσεις, τις προβλέψεις των επιχειρήσεων, τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις, αλλά και το συνολικό ΑΕΠ, με τις συνέπειες στις τιμές καταναλωτή να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση.
Επί του παρόντος, η δημόσια συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη επικεντρώνεται κυρίως στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην απασχόληση και σε πιθανές αποπληθωριστικές τάσεις· ωστόσο, κατά τον Μαϊκ Ντόλαν του Reuters, θα πρέπει να δοθεί προσοχή και στην πιθανή πληθωριστική πίεση που μπορεί να προηγηθεί.
Μια ιδιαίτερη και αναλυτική μελέτη της Federal Reserve, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, εντοπίζει έναν τομέα όπου η έκρηξη της AI φαίνεται ήδη να επηρεάζει τις τιμές καταναλωτή, πριν εξετάσει τα δεδομένα υπό το πρίσμα πιθανών σφαλμάτων μέτρησης.
Η μελέτη εστίασε στην έντονη άνοδο της κατηγορίας «λογισμικό και αξεσουάρ υπολογιστών» στον δείκτη προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (PCE) της Fed και κατέγραψε ασυνήθιστα ισχυρές μεταβολές κατά την περίοδο της επιτάχυνσης των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Παρότι η συγκεκριμένη κατηγορία έχει περιορισμένη βαρύτητα στο συνολικό «καλάθι» του πληθωρισμού, σημείωσε πρωτοφανή αύξηση μεταξύ Νοεμβρίου και Μαρτίου. Συγκεκριμένα, ενισχύθηκε κατά 5,5% σε ετήσια βάση, με το λογισμικό να ευθύνεται για 2,8 ποσοστιαίες μονάδες της ανόδου, δηλαδή για περισσότερο από το μισό της συνολικής μεταβολής.
Σύμφωνα με την ανάλυση, σημαντικός παράγοντας αυτής της εξέλιξης ήταν η εκτόξευση κατά περίπου 70% στις τιμές των συσκευών αποθήκευσης τύπου flash memory, σε μια περίοδο που οι ελλείψεις σε τσιπ μνήμης εντάθηκαν στη Νότια Κορέα λόγω της ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης για υποδομές data centers.
Ανεξάρτητα από τις μεθοδολογικές αμφιβολίες, οι αυξήσεις στις τιμές είναι υπαρκτές και μετρήσιμες. Και αυτό πριν ληφθεί υπόψη το πώς το αυξημένο κόστος που σχετίζεται με την AI επηρεάζει μια ευρύτερη γκάμα προϊόντων με υψηλή εξάρτηση από ημιαγωγούς, από τα αυτοκίνητα μέχρι τον ενεργειακό τομέα.
Έτσι, η συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη μετατοπίζεται σταδιακά στο πραγματικό κόστος υπολογιστικής ισχύος, με αυξανόμενο ενδιαφέρον για την αποτύπωση αυτού του κόστους μέσω ειδικών «tokens» AI και την πιθανή αναπροσαρμογή των σχετικών συμβολαίων στο μέλλον.
Εάν το κόστος παραγωγής και χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης αποδειχθεί υψηλότερο από τις σημερινές εκτιμήσεις, οι επιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν είτε μέσω μετακύλισης στις τελικές τιμές προϊόντων, είτε μέσω περικοπών προσωπικού, είτε ακόμη και μέσω περιορισμού της ίδιας της χρήσης της τεχνολογίας.
Για το κοινό και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, ο κίνδυνος είναι ένα σενάριο όπου ο πληθωρισμός αυξάνεται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια αντιστρέφεται απότομα, καθώς η ζήτηση υποχωρεί και συνοδεύεται από απώλειες θέσεων εργασίας.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Société Générale, Γουέι Γουάο, χαρακτήρισε αυτή τη δυναμική ως «κυρτότητα στην πολιτική σύσφιγξης των κεντρικών τραπεζών», ένας μηχανισμός που εφαρμόζεται στην περίπτωση της ενεργειακής κρίσης, όπως τώρα με το Ιράν, αλλά θα μπορούσε να επεκταθεί και στις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης.



