Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της JP Morgan, πάνω από το 60% της χωρητικότητας data centers που προβλέπεται να τεθεί σε λειτουργία το 2027 δεν έχει ακόμη εισέλθει στη φάση κατασκευής, ενώ επιπλέον 7% των έργων παρουσιάζει ήδη καθυστερήσεις.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: εφόσον οι μεγάλοι πάροχοι cloud δυσκολεύονται να υλοποιήσουν τα έργα που έχουν ήδη ανακοινώσει, κατά πόσο μπορούν να επιταχύνουν ουσιαστικά την ανάπτυξή τους ακόμη περισσότερα δισεκατομμύρια δολάρια χρηματοδότησης, όσο πρόθυμες κι αν εμφανίζονται οι αγορές να τα διαθέσουν;
Η στρατηγική που ακολουθεί η Google στην ανάπτυξη των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης δίνει ορισμένες απαντήσεις. Κατά την επέκταση του cloud τομέα της, ο οποίος κατέγραψε έσοδα 20 δισ. δολαρίων στο πρώτο τρίμηνο, η εταιρεία επέλεξε μια διαφορετική προσέγγιση για να αντιμετωπίσει ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια του κλάδου: την εξασφάλιση επαρκούς ηλεκτρικής ισχύος για τη λειτουργία των νέων εγκαταστάσεων.
Ειδικοί της αγοράς ενέργειας και αναλυτές εκτιμούν ότι η επιλογή της Google να αποκτά πρόσβαση σε δικές της ενεργειακές πηγές και να επενδύει σε τεχνολογίες που μεταφέρουν ευέλικτα τα υπολογιστικά φορτία σε περιοχές με διαθέσιμη ισχύ, μπορεί να της προσφέρει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Με αυτόν τον τρόπο επιταχύνεται η σύνδεση νέων data centers στο δίκτυο και αξιοποιούνται αποτελεσματικότερα τα κεφάλαια που επενδύονται.
Η κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης έχει οδηγήσει τους μεγαλύτερους παίκτες του κλάδου σε σημαντική αναθεώρηση των επενδυτικών τους σχεδίων. Η Alphabet, η Microsoft, η Meta και η Amazon δαπάνησαν συνολικά περίπου 410 δισ. δολάρια το προηγούμενο έτος, ενώ οι επενδύσεις τους αναμένεται να ξεπεράσουν τα 670 δισ. δολάρια μέσα στη φετινή χρονιά.
Η Alphabet συνέδεσε άμεσα την ανάγκη άντλησης νέων κεφαλαίων με τις απαιτήσεις των επενδύσεων στην AI. Στο πλαίσιο αυτό ανακοίνωσε συμφωνία με τη Berkshire Hathaway για αγορά μετοχών αξίας 10 δισ. δολαρίων, ενώ σχεδιάζει να εξασφαλίσει επιπλέον 70 δισ. δολάρια μέσω διαφορετικών μορφών χρηματοδότησης. Το ποσό μάλιστα αυξήθηκε κατά ακόμη 5 δισ. δολάρια εξαιτίας του έντονου επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Παρά την ισχυρή ζήτηση, η αγορά υποδέχθηκε επιφυλακτικά την κίνηση. Η μετοχή της Alphabet υποχώρησε κατά 3,9% μετά τις ανακοινώσεις, ενώ μέσα σε τρεις συνεδριάσεις η χρηματιστηριακή της αξία μειώθηκε κατά περίπου 340 δισ. δολάρια, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη τριήμερη απώλεια στην ιστορία της εταιρείας.
Ο αναλυτής της MoffettNathanson, Michael Nathanson, χαρακτήρισε απρόσμενη την επιλογή της Alphabet να προχωρήσει σε έκδοση νέων μετοχών, δεδομένου ότι διαχρονικά προτιμούσε τη χρηματοδότηση μέσω δανεισμού. Κατά την άποψή του, η αρνητική αντίδραση της αγοράς συνδέεται με την αβεβαιότητα γύρω από το εύρος των μελλοντικών επενδύσεων που σχεδιάζουν οι τεχνολογικές επιχειρήσεις.
Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την ανάπτυξη των νέων κέντρων δεδομένων παραμένει η έγκριση σύνδεσής τους με τα ηλεκτρικά δίκτυα. Πολλές εγκαταστάσεις καταναλώνουν ποσότητες ενέργειας αντίστοιχες με εκείνες μιας μεσαίας πόλης, γεγονός που προκαλεί ανησυχίες για την αντοχή και τη σταθερότητα των δικτύων ηλεκτροδότησης.
Ο Josh Rhodes από το University of Texas at Austin επισήμανε ότι η αβεβαιότητα σχετικά με τον τελικό αριθμό των νέων data centers και το πρόσθετο ενεργειακό φορτίο που θα δημιουργήσουν έχει επιβραδύνει σημαντικά τις εγκριτικές διαδικασίες.
Στο πλαίσιο της ενεργειακής της στρατηγικής, η Google προχώρησε φέτος στην εξαγορά της Intersect έναντι 4,75 δισ. δολαρίων, καθιστώντας την τη μοναδική μεγάλη τεχνολογική εταιρεία που διαθέτει δική της ενεργειακή επιχείρηση. Η Intersect αναπτύσσει έργα αιολικής και ηλιακής ενέργειας μεγάλης κλίμακας, με δυνατότητα παραγωγής αρκετών γιγαβάτ ηλεκτρικής ισχύος.
Παράλληλα, η εταιρεία έχει ενισχύσει το στελεχιακό της δυναμικό με έμπειρα στελέχη του ενεργειακού κλάδου. Ο πρώην επικεφαλής του Γραφείου Δανειακών Προγραμμάτων του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας, Jigar Shah, υποστήριξε ότι η Google έχει διαμορφώσει μια πιο ολοκληρωμένη και στρατηγικά σχεδιασμένη προσέγγιση για την ανάπτυξη των υποδομών της.
Η κατοχή ίδιων ενεργειακών πόρων εξελίσσεται πλέον σε κρίσιμο πλεονέκτημα για τις εταιρείες τεχνολογίας. Ρυθμιστικές αρχές και φορείς της αγοράς εξετάζουν το ενδεχόμενο να δίνεται προτεραιότητα στη σύνδεση data centers που συνοδεύονται από δικές τους μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Την ίδια κατεύθυνση ακολουθούν και άλλες επιχειρήσεις του κλάδου. Η xAI, η OpenAI και η Meta έχουν ήδη υλοποιήσει ή σχεδιάζουν εγκαταστάσεις που θα τροφοδοτούνται από επιτόπιες μονάδες φυσικού αερίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το συγκρότημα Colossus της xAI κοντά στο Μέμφις, το οποίο έχει προκαλέσει ανησυχίες για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη χρήση τέτοιων μονάδων.
Παράλληλα, αρκετές εταιρείες στρέφονται και στην πυρηνική ενέργεια, επενδύοντας είτε σε υφιστάμενους πυρηνικούς σταθμούς είτε σε νέας γενιάς μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες που βρίσκονται υπό ανάπτυξη.
Ωστόσο, ούτε οι ενεργειακές υποδομές παραμένουν ανεπηρέαστες από τα προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η JPMorgan επισημαίνει ότι οι καθυστερήσεις στην παράδοση αεριοστροβίλων και μετασχηματιστών αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες που επιβραδύνουν την υλοποίηση νέων data centers.
Παρά την πίεση που δέχθηκε η μετοχή της Alphabet, οι επενδυτές εξακολουθούν να εμφανίζονται αισιόδοξοι για τον κλάδο της τεχνολογίας συνολικά. Οι τεχνολογικές μετοχές συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, επεκτείνοντας το ράλι που έχει οδηγήσει τους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες σε νέα ιστορικά υψηλά επίπεδα.



