Όπως αναφέρει σε άρθρο του το Politico, η σκληρή στάση του Ντε Βέβερ απέναντι στο σχέδιο της ΕΕ για την αξιοποίηση παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων υπογραμμίζει τις ρωγμές στην ευρωπαϊκή συνοχή και σηματοδοτεί έναν ακόμη λαϊκίστικο θρίαμβο στις Βρυξέλλες.
Το χρονικό
Η ΕΕ είχε συμφωνήσει αρχικά να χορηγήσει στην Ουκρανία άτοκο δάνειο ύψους 90 δισ. ευρώ, ωστόσο το σχέδιο να χρησιμοποιηθούν τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία για την αποπληρωμή του δανείου συναντούσε μεγάλες αντιστάσεις. Ο Ντε Βέβερ, γνωστός για τον φλαμανδικό εθνικισμό του και τη διάθεση για διάσπαση της χώρας του, κράτησε αμετακίνητη στάση για πάνω από δύο μήνες, παρά την πίεση από άλλες κυβερνήσεις της ΕΕ.
Η διαμάχη
Το Βέλγιο, με τη στήριξη της Ιταλίας, της Βουλγαρίας και της Μάλτας, αρνήθηκε τη χρήση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, επικαλούμενο φόβους για αντίποινα και νομικές αβεβαιότητες. Οι μεγάλες πρωτεύουσες της ΕΕ, περιλαμβανομένου του Βερολίνου, πίστευαν ότι ο Ντε Βέβερ θα υποχωρούσε, αλλά αυτό δεν συνέβη. Η αντίστασή του δημιούργησε ένα λαϊκίστικο μπλοκ που ενίσχυσε τη θέση του εντός της ΕΕ.
Η ημέρα της συνόδου
Κατά τη σύνοδο κορυφής της 18ης Δεκεμβρίου, οι 27 ηγέτες της ΕΕ αποφάσισαν να αφήσουν τη συζήτηση για τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία στο τέλος, ελπίζοντας να πείσουν τον Ντε Βέβερ. Παρά τις προσπάθειες, ακόμη και με ατομικές συναντήσεις με τον Μερτς και την Μελόνι, η θέση του Βέλγου πρωθυπουργού παρέμεινε αμετακίνητη.
Η εναλλακτική λύση
Μετά από ώρες διαπραγματεύσεων, το σχέδιο για τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία θεωρήθηκε ανέφικτο λόγω νομικών και πολιτικών επιφυλάξεων. Η ΕΕ στράφηκε στο σχέδιο Β: κοινός δανεισμός για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, εξασφαλίζοντας την υποστήριξη των υπόλοιπων κρατών-μελών και αποτρέποντας την άμεση χρεοκοπία του Κιέβου.
Το δια ταύτα
Η τελική συμφωνία μπορεί να θεωρηθεί συμβιβαστική, αλλά ο Ντε Βέβερ είναι ο μεγάλος κερδισμένος, καθώς κατάφερε να υπερασπιστεί τη θέση του και να ενισχύσει τη δημοτικότητά του στη χώρα του. Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει τις προκλήσεις της λήψης αποφάσεων στην ΕΕ και τη δύναμη των εθνικών ηγετών να επηρεάζουν την ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα.



