Όπως είχε αναφέρει παλαιότερα στο Guardian, στην Ιταλία γεννήθηκε ο φασισμός από τον Μουσολίνι, προτού επικρατήσει ο Χίτλερ στη Γερμανία. Στο ίδιο πλαίσιο, η γειτονική χώρα έζησε επί τριάντα χρόνια την πολιτική κυριαρχία του μεγιστάνα Σίλβιο Μπερλουσκόνι – πολύ πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες δουν στον προεδρικό θώκο μια αντίστοιχη προσωπικότητα, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ.
Φτάνοντας στην πιο πρόσφατη ιστορία, η 3η ισχυρότερη οικονομία της Ευρωζώνης βρίσκεται από το 2022 υπό την ηγεμονία της Τζόρτζια Μελόνι και «Αδερφών της Ιταλίας» (Fratelli D’Italia), αισθητά προτού η ακροδεξιά σε Γαλλία και Γερμανία καταφέρει να «εκτοξεύσει» την εκλογική της απήχηση, διεκδικώντας κεντρικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.
Πώς διαμορφώνεται όμως η εικόνα στην ιταλική «δεξιά πολυκατοικία» λίγους μήνες πριν τις κρίσιμες εκλογές του 2027;
Τι δείχνουν οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις
Σύμφωνα με τη συγκεντρωτική δημοσκόπηση για την πρόθεση ψήφου που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη (29/10) στη La Repubblica η προσεχής εκλογική αναμέτρηση αναμένεται να είναι «εξαιρετικά αμφίρροπη».
Πιο συγκεκριμένα, η διαφορά μεταξύ των δύο συνασπισμών -του ευρέος προοδευτικού συνασπισμού («Campo largo») και της δεξιάς συμμαχίας υπό την Μελόνι- ανέρχεται σε μόλις 0,1%, με τον ευρύ προοδευτικό συνασπισμό να προηγείται ελαφρώς. Και τα δύο πολιτικά στρατόπεδα κινούνται μεταξύ 43% και 44%.
Όσον αφορά το στρατόπεδο της κυβερνητικής πλειοψηφίας, οι «Αδελφοί της Ιταλίας» συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, επιβεβαιώνοντας την πρωτοκαθεδρία τους με ποσοστό 27,9%. Η «Λέγκα» του Ματέο Σαλβίνι συγκεντρώνει 6,1%, ενώ η «Forza Italia» παραμένει σταθερή στο 7,4%.
Από την πλευρά του προοδευτικού συνασπισμού, το «Δημοκρατικό Κόμμα» (PD) σημειώνει μικρή άνοδο, φτάνοντας στο 20,2%, ενώ το «Κίνημα Πέντε Αστέρων» (M5S) υποχωρεί κατά μισή ποσοστιαία μονάδα στο 11,9%, ενώ μικρή πτώση σημειώνει και η «Συμμαχία Πρασίνων και Αριστεράς» (AVS) που περιορίζεται στο 6,2%.
Υπενθυμίζεται ότι τον Οκτώβριο εγκρίθηκε από το ιταλικό κοινοβούλιο η αναθεώρηση της εκλογικής νομοθεσίας που εισήγαγε η κυβέρνηση Μελόνι. Στο επίμαχο νομοσχέδιο, προβλέπεται η απόδοση μπόνους εδρών σε κάθε συνασπισμό που συγκεντρώνει τουλάχιστον το 42% των ψήφων. Σε αυτό το φόντο, η αντιπολίτευση έκανε λόγο για αλλοίωση της αναλογικής εκπροσώπησης των ψηφοφόρων, ενώ από την πλευρά της η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το επιχείρημα της ανάγκης για πολιτική σταθερότητα, υποστηρίζοντας τη μεταρρύθμιση.
Οι βαθιές ρίζες της ιταλικής ακροδεξιάς
Ιστορικά, η ιταλική ακροδεξιά έχει μακρά παράδοση στη γειτονική χώρα, τόσο σε επίπεδο κομματικών σχηματισμών και παρακρατικών οργανώσεων, όσο και στη συμμετοχή της σε κυβερνητικά σχήματα.
Το «Movimento Sociale Italiano» αποτέλεσε ήδη από το 1946 το κόμμα γύρω από το οποίο συσπειρώθηκαν οι οπαδοί του ιταλικού φασισμού μετά την πτώση του Μουσολίνι. Εκτός από αυτό όμως, υπήρξε και η πολιτική μήτρα από την οποία ξεπήδησε μεταξύ άλλων η «Εθνική Συμμαχία» του Τζιανφράνκο Φίνι η οποία συμμετείχε σε κυβερνήσεις συνεργασίας υπό τον Μπερλουσκόνι.
Με την πολιτική της πορεία άρρηκτα συνδεδεμένη με τα δύο παραπάνω κόμματα η Μελόνι διατηρεί μέχρι και σήμερα ως έμβλημα του κόμματός της τη νεοφασιστική φλόγα του MSI.
Σήμερα, η έλευση του πρώην αλεξιπτωτιστή και στρατηγού Ρομπέρτο Βανάτσι έχει προκαλέσει «πονοκέφαλο» στο δεξιό συνασπισμό. Τι καινούριο κομίζει όμως ο Βανάτσι στην ιταλική πολιτική σκηνή;
Η «ανδρόσφαιρα» βασικό target group του Βανάτσι
Όσον αφορά τη μέχρι τώρα πολιτική του διαδρομή, ο Βανάτσι, -ο οποίος υπηρέτησε στο Ιράκ και το Αφγανιστάν-, έγινε το 2023 ευρέως γνωστός όταν εξέδωσε το βιβλίο «Ο κόσμος ανάποδα», έναν λίβελο κατά της μετανάστευσης, του φεμινισμού και της ομοφυλοφιλίας. Στις ευρωεκλογές του 2024, στις οποίες ήταν υποψήφιος με την «Λέγκα», έλαβε περισσότερες από 500.000 ψήφους, προτού αποχωρήσει και ιδρύσει το «Εθνικό Μέλλον» τον περασμένο Φεβρουάριο.
Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά το POLITICO, «ο ανερχόμενος αστέρας της ακροδεξιάς επιχειρεί συνειδητά να προσεγγίσει την αποκαλούμενη ανδρόσφαιρα (manosphere), με στόχο να μετατραπεί από διαδικτυακό προβοκάτορα σε ισχυρό πολιτικό παράγοντα.
Οι προκλήσεις του Βανάτσι μπορεί να μοιάζουν με τη γνώριμη διαδικτυακή τρολ συμπεριφορά ενός πολιτικού που έχει χτίσει τη φήμη του λέγοντας όσα οι άλλοι δεν τολμούν να πουν. Πίσω τους, όμως, κρύβεται ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο, το οποίο αξιοποιεί τη δυσαρέσκεια νεαρών ανδρών που αισθάνονται αποξενωμένοι από τον φεμινισμό και την προοδευτική κουλτούρα».
Παράλληλα, σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής ο Βανάτσι υποστηρίζει την επαναπροσέγγιση της Ιταλίας με τη Ρωσία και την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.
«Μεσογειακή πατριαρχία»: Το ιδιότυπο «μανιφέστο» του «Εθνικού Μέλλοντος»
Ο Βανάτσι συνδυάζει τα «εμπρηστικά μηνύματα» στο διαδίκτυο και την εικόνα του κυρίαρχου αρσενικού -που ενισχύεται και από το στρατιωτικό του παρελθόν- με ένα πρόγραμμα που υπόσχεται να αποκαταστήσει τους παραδοσιακούς ρόλους μεταξύ των φύλων. Έχει, μάλιστα, προσδώσει συγκεκριμένη ονομασία στην κοινωνική τάξη που επιθυμεί: πρόκειται για τη λεγόμενη «μεσογειακή πατριαρχία» (sic).
Ειδικότερα, το πολιτικό του πρόγραμμα προβλέπει μεταξύ άλλων τη διαμόρφωση «ισχυρών ανδρών», ικανών να ελέγχουν τα συναισθήματα και τα πάθη τους, να προστατεύουν τις γυναίκες και να θυσιάζονται για την κοινωνία. Παράλληλα, το κόμμα αντιτίθεται στην αναγνώριση της γυναικοκτονίας που θεσπίστηκε πρόσφατα στην Ιταλία, καταδικάζει τον φεμινισμό και περιλαμβάνει στις αδιαπραγμάτευτες αξίες του την υπεράσπιση της ζωής «από τη σύλληψη έως τον φυσικό θάνατο».
Το «μανιφέστο» επιδιώκει να μετατρέψει τις παραδοσιακές οικογενειακές αξίες σε συγκεκριμένη πολιτική, προτείνοντας την οικονομική ενίσχυση των γονέων που εγκαταλείπουν την εργασία τους για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, καθώς και φορολογικές απαλλαγές και θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα για τους γονείς πολύτεκνων οικογενειών.
Όπως υπογραμμίζει το POLITICO, ορισμένες από τις προτάσεις του θυμίζουν την «Μάχη για τις Γεννήσεις» του Μουσολίνι, που εφαρμόστηκε κατά τη φασιστική περίοδο και προέβλεπε παρόμοια κίνητρα, προβάλλοντας τη μητρότητα ως πατριωτικό καθήκον.
Η ανάλυση των δημοσκοπήσεων δείχνει ότι περίπου το 62% των δυνητικών ψηφοφόρων του «Εθνικού Μέλλοντος» είναι άνδρες, με ισχυρή υποστήριξη μεταξύ των χειρωνακτικά εργαζομένων και των ανέργων.
Σύμφωνα λοιπόν με αναλυτές, με τις υποσχέσεις του για «αποκατάσταση της παραδοσιακής αρρενωπότητας», ο Βανάτσι αξιοποιεί έναν χώρο στην ιταλική πολιτική σκηνή που μέχρι σήμερα δεν είχε καταφέρει να εκπροσωπήσει κάποιο άλλο κόμμα, μετατρέποντας αυτή τη δυσαρέσκεια σε οργανωμένη πολιτική δύναμη.
Το δίλημμα της Μελόνι
Για την πρώτη γυναίκα πρωθυπουργό της Ιταλίας, ο Βανάτσι αποτελεί πλέον σοβαρό πρόβλημα, καθώς καλείται να αποφασίσει εάν αποτελεί πλεονέκτημα ή βάρος για την ίδια.
Παρόλο που το ποσοστό του φαίνεται να έχει υποχωρήσει στο 6,1% -συγκριτικά με προηγούμενες μετρήσεις που τον έδειχναν να συγκεντρώνει περίπου 8%- είναι γεγονός ότι ο ίδιος εξελίσσεται πλέον σε ρυθμιστικό παράγοντα για τη συγκρότηση μελλοντικών κυβερνητικών συνασπισμών από τη δεξιά.
Την ίδια στιγμή, το κόμμα του προσελκύει ψηφοφόρους τόσο από τα «Αδέλφια της Ιταλίας» όσο και από τη «Λέγκα».
Από τη δική του πλευρά, ο Βανάτσι έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμαχίας με τη Μελόνι, εφόσον εκείνη χρειαστεί τις ψήφους του. Έχει χαρακτηρίσει μάλιστα το «Εθνικό Μέλλον» φυσικό εταίρο της κεντροδεξιάς, επιμένοντας όμως ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει να σέβεται τις αρχές του κόμματός του.
Το ουκρανικό και οι «τριγμοί» στο δεξιό συνασπισμό
Εκτός από τον παράγοντα Βανάτσι, κλυδωνισμοί έχουν προκληθεί και εντός του κυβερνητικού συνασπισμού. Βασική αιτία αποτελεί το ουκρανικό και συγκεκριμένα η συνέχιση της χρηματοδότησης προς το Κίεβο.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Rai News τη Δευτέρα (26/10) η βοήθεια στο Κίεβο έχει εξελιχθεί σε «αγκάθι» για την ιταλική κυβέρνηση.
Εξασφαλίζοντας την επανεκλογή του στη θέση του γραμματέα της «Λέγκας» (25/10) ο Σαλβίνι υποστήριξε ότι: «δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να στέλνουμε χρήματα και όπλα στην Ουκρανία», ζητώντας να επανεξεταστεί η αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής υποστήριξης τονίζοντας την ανάγκη για μια διπλωματική λύση.
Όπως σημειώνει το Rai News, «το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διαφωνία σχετικά με τη βοήθεια, αλλά και η δημόσια προβολή της, η οποία κινδυνεύει να υπονομεύσει τη διεθνή αξιοπιστία της ιταλικής κυβέρνησης».
Οι «Αδελφοί της Ιταλίας» και η Forza Italia προτίθενται να διατηρήσουν τη γραμμή υποστήριξης που έχουν ακολουθήσει από κοινού μέχρι σήμερα με το νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει την αποστολή ιταλικών προμηθειών στην Ουκρανία να εκπνέει στις 31 Δεκεμβρίου. Η ένταση ανάμεσα σε Μελόνι και Σαλβίνι εκδηλώνεται σε μια περίοδο που οι ισορροπίες της κυβερνητικής πλειοψηφίας πρέπει πλέον να αξιολογούνται και υπό το πρίσμα του εκλογικού χρονοδιαγράμματος.
Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν και την κρισιμότητα της εκλογικής αναμέτρησης για την Ουκρανία. Το ενδεχόμενο εκλογής δυνάμεων στην Ευρώπη που θα θέσουν εμπόδια στη χρηματοδότηση -η Λεπέν έχει θέσει άλλωστε στο τραπέζι την πιθανότητα διακοπής της παρεχόμενης βοήθειας - σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη στροφή του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επί του ζητήματος, ενδέχεται να δυσχεράνει περαιτέρω τη θέση της στον πόλεμο με την Ρωσία.
Η περίπτωση Σαλβίνι
Ο Σαλβίνι βρίσκεται στο «τιμόνι» της αντιμεταναστευτικής «Λέγκας» από το 2013, έχοντας συμβάλει στην εκλογική «εκτόξευση» του κόμματος, αναδεικνυόμενος σε κεντρική φυσιογνωμία του ιταλικού εθνικισμού. Η «Λέγκα» κατέγραψε υπό την ηγεσία του το υψηλότερο ποσοστό της στις ευρωεκλογές του 2019 (34%).
Παρ’ όλα αυτά, η συμμετοχή του στην κυβέρνηση υπονόμευσε -όπως σημειώνει το Reuters- το αντισυστημικό προφίλ του και συρρίκνωσε την εκλογική του δυναμική. Παράλληλα, η κατεύθυνση που έχει πάρει το κόμμα υιοθετώντας μια περισσότερο εθνικιστική και παν-ιταλική ταυτότητα, απομακρυνόμενο ουσιαστικά από τις περιφερειακές του ρίζες έχει προκαλέσει διαφωνίες στο εσωτερικό του.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι ιστορικά η «Λέγκα» υπήρξε ένα αποσχιστικό κόμμα που εξέφραζε ουσιαστικά τον εθνικισμό του ιταλικού Βορρά σε βάρος του Νότου. Ο Σαλβίνι αντιλήφθηκε ότι στρατηγικά η χρήση του προπολεμικού αυτού σχήματος υποσκελίζει την επιρροή του κόμματος στις νότιες περιφέρειες της χώρας. Για αυτό, στις τελευταίες εκλογές αποφάσισε τη μετονομασία του κόμματος από «Λέγκα του Βορρά» σε «Λέγκα».
Σύμφωνα με το Internazionale, τον Σεπτέμβριο, σε μια αιφνιδιαστική κίνηση ο Σαλβίνι προχώρησε στη σύγκληση έκτακτου συνεδρίου, μια κίνηση που ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια ενίσχυσης της ηγετικής του θέσης ενόψει των εκλογών.
Σε αυτό το φόντο, ο ίδιος έχει συμφέρον να προβάλει αποτελέσματα που θα είναι αναγνωρίσιμα από το εκλογικό του ακροατήριο και να διαφοροποιήσει τη «Λέγκα» από τους κυβερνητικούς της εταίρους. Η αμφισβήτηση λοιπόν της βοήθειας προς το Κίεβο εξυπηρετεί αυτή τη λειτουργία, κυρίως στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού του με τον Βανάτσι, καθώς ο δεύτερος έχει αποσπάσει μέρος της εκλογικής του δυναμικής.
Όπως τονίζει το Rai News, ο Σαλβίνι θέλει να πάρει πίσω ένα μέρος αυτών των ψήφων, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα αναγκάσει τη Μελόνι να επωμιστεί το πολιτικό κόστος μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας διχασμένης ως προς την εξωτερική πολιτική.



