Στο βήμα του ΣΕΒ αναμένεται να τοποθετηθούν τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο πρόεδρος του Συνδέσμου, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, δίνοντας το στίγμα για την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας και βιομηχανίας. Για την αγορά, ωστόσο, το ενδιαφέρον είναι πολύ συγκεκριμένο: πόσα χρήματα θα διατεθούν, ποιοι θα είναι οι δικαιούχοι και πότε θα αρχίσει να φαίνεται η στήριξη στον λογαριασμό του ρεύματος.
Πακέτο κοντά στα 100 εκατ. ευρώ
Οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι το κυβερνητικό πακέτο για τη βιομηχανία θα κινηθεί στην περιοχή των 100 εκατ. ευρώ, με στόχο να διευρυνθεί η περίμετρος των επιχειρήσεων που θα μπορούν να ενταχθούν στα μέτρα. Βέβαια, αρμόδιες πηγές δεν αποκλείουν το «καλάθι» του Πρωθυπουργού να είναι κάπως πιο γενναιόδωρο.
Στο σχέδιο, πάντως, εκτιμάται ότι θ συμπεριληφθούν όχι μόνο οι μεγαλύτερες ενεργοβόρες βιομηχανίες, αλλά και μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που μέχρι σήμερα βρίσκονται εκτός των υφιστάμενων σχημάτων στήριξης.
Το «κλειδί», δε, του σχεδιασμού είναι η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών εργαλείων κρατικών ενισχύσεων CISAF (Clean Industrial Deal State Aid Framework) και METSAF (Middle East Crisis Temporary State Aid Framework), τα οποία ανοίγουν τον δρόμο για παρεμβάσεις στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο επιτρέπει, μεταξύ άλλων, μείωση έως και 50% της μέσης ετήσιας χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας για έως το 50% της ετήσιας κατανάλωσης μιας επιλέξιμης επιχείρησης. Υπάρχει, ωστόσο, «κόφτης», καθώς η τελική επιδοτούμενη τιμή δεν μπορεί να υποχωρήσει κάτω από τα 50 ευρώ/MWh.
Παράλληλα, μέσω του συμπληρωματικού πλαισίου METSAF παρέχεται πρόσθετη δυνατότητα στήριξης σε επιχειρήσεις που λαμβάνουν αντισταθμίσεις, με τους σχετικούς περιορισμούς και προϋποθέσεις.
Η βιομηχανία ζητά ταχύτητα
Για τους εκπροσώπους της βιομηχανίας, το πρόβλημα πλέον δεν είναι μόνο το ύψος της ενίσχυσης αλλά και ο χρόνος. Περισσότερες, άλλωστε, από 700 ενεργοβόρες επιχειρήσεις, με βάση την πρόσφατη παρέμβαση της ΕΒΙΚΕΝ, με σημαντική συμβολή στην παραγωγή, τις εξαγωγές και την απασχόληση, καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον όπου το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό.
Η ελληνική βιομηχανία θεωρεί, επίσης, ότι βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι ανταγωνιστών της στην Ευρώπη, καθώς άλλες χώρες έχουν ήδη αξιοποιήσει τα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία για να περιορίσουν τις επιπτώσεις του ενεργειακού κόστους.
Γι’ αυτό και το αίτημα προς την κυβέρνηση είναι να κινηθεί γρήγορα. Η ενεργοποίηση των CISAF και METSAF θεωρείται από την αγορά αναγκαία προϋπόθεση όχι μόνο για τη διατήρηση της παραγωγής, αλλά και για τη χρηματοδότηση επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες.
Το «ταμείο» των 200 εκατ. ευρώ
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια δεν είναι απεριόριστα.
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, αυτή τη στιγμή υπάρχουν περίπου 200 εκατ. ευρώ διαθέσιμα, από τα οποία θα πρέπει να καλυφθούν μια σειρά από ήδη προγραμματισμένες παρεμβάσεις: η οριζόντια επιδότηση στο πετρέλαιο θέρμανσης, η αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά περίπου 20%, αλλά και τυχόν νέα παρέμβαση στο πετρέλαιο κίνησης έως το τέλος Δεκεμβρίου.
Το ερώτημα, επομένως, είναι πόσος χώρος απομένει για το ρεύμα της βιομηχανίας. Με τα σημερινά δεδομένα, οι διαθέσιμες δυνατότητες φαίνεται να αφορούν κυρίως το 2027 και το 2028, χωρίς να αποκλείεται η στήριξη που τελικά θα αποφασιστεί να αφορά και το 2026.
Η δύσκολη εξίσωση του δημοσιονομικού χώρου
Η Αθήνα, πάντως, βρίσκεται την ίδια ώρα αντιμέτωπη με μια άλλη μεταβλητή και συγκεκριμένα τους νέους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα αναμένεται να καταγράψει φέτος πρωτογενές πλεόνασμα λίγο πάνω από το 3%, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει ελεύθερο δημοσιονομικό χώρο για να ανοίξει ένα νέο κύκλο παροχών.
Στο μεταξύ, η ετήσια «οροφή» των δαπανών περιορίζει τις δυνατότητες και μεταφέρει μεγάλο μέρος της συζήτησης στις Βρυξέλλες. Εκεί θα κριθεί εάν και σε ποιον βαθμό μπορούν να εξαιρεθούν από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς δαπάνες που συνδέονται με τις έκτακτες συνθήκες.
Το ευρωπαϊκό μέτωπο
Η μάχη, πάντως, για τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο αναμένεται να ενταθεί τις επόμενες ημέρες. Στις 8 και 9 Οκτωβρίου συνεδριάζουν οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή να βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα. Δεν αναμένονται, ωστόσο, αποφάσεις για έκτακτες δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Το κρίσιμο ραντεβού είναι η 15η Οκτωβρίου, όταν οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα εξετάσουν εάν οι νέες συνθήκες απαιτούν έκτακτα μέτρα.
Ελλάδα και Ιταλία έχουν ήδη κινηθεί προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης δημοσιονομικής ευελιξίας, ενώ στο ίδιο στρατόπεδο βρίσκονται Ισπανία και Πορτογαλία, διαμορφώνοντας ένα άτυπο «μέτωπο του Νότου».
Απέναντί τους βρίσκονται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ, αλλά και οι χώρες του σκληρού πυρήνα της Ευρωζώνης. Γερμανία και Γαλλία, έχοντας να διαχειριστούν και οι ίδιες υψηλά ελλείμματα, εμφανίζονται ιδιαίτερα προσεκτικές απέναντι στο ενδεχόμενο μιας περαιτέρω δημοσιονομικής χαλάρωσης.
Το δύσκολο «ναι»
Το αίτημα Ελλάδας και Ιταλίας αφορά το ότι οι δαπάνες που συνδέονται με έκτακτες ανάγκες θα πρέπει να εξαιρεθούν από τις «οροφές» των κρατικών δαπανών.
Μια τέτοια εξαίρεση, όμως, δεν σημαίνει ότι τα ποσά εξαφανίζονται από τους δημοσιονομικούς λογαριασμούς. Οι σχετικές δαπάνες εξακολουθούν να προσμετρώνται κανονικά τόσο στο έλλειμμα όσο και στο δημόσιο χρέος.



