Οι δύο χώρες υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας που προβλέπει την ενίσχυση των αμερικανικών ναυπηγείων με επενδύσεις, σύγχρονες τεχνολογίες και προγράμματα εκπαίδευσης εργαζομένων.
Η συμφωνία εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ για την ανασυγκρότηση της αμερικανικής ναυτιλιακής και ναυπηγικής βιομηχανίας, η οποία αποτελεί βασική προτεραιότητα του σχεδίου Maritime Action Plan.
Το μνημόνιο υπέγραψαν ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για Οικονομικές Υποθέσεις, Τζέικομπ Χέλμπεργκ (Jacob Helberg), και ο υπουργός Εξωτερικών της Δανίας, Λαρς Λόκε Ράσμουσεν (Lars Løkke Rasmussen).
Στο επίκεντρο της συνεργασίας βρίσκεται η αξιοποίηση της δανικής εμπειρίας στον σχεδιασμό, στην κατασκευή και στην επισκευή πλοίων, καθώς και η προσέλκυση επενδύσεων που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τον εκσυγχρονισμό των αμερικανικών ναυπηγικών εγκαταστάσεων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην εκπαίδευση εξειδικευμένου προσωπικού, καθώς η έλλειψη εργαζομένων με τις απαραίτητες τεχνικές δεξιότητες αποτελεί έναν από τους βασικούς περιορισμούς στην προσπάθεια αύξησης της παραγωγικής δυναμικότητας των αμερικανικών ναυπηγείων.
Ο Χέλμπεργκ, ανακοινώνοντας τη συμφωνία μέσω της πλατφόρμας X, προσδιόρισε τρεις κρίσιμες ανάγκες της αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, κεφάλαια και ταχύτητα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συνεργασία με τη Δανία μπορεί να συμβάλει στην ταχύτερη εκπαίδευση εργαζομένων, στην κινητοποίηση δανικών χρηματοδοτήσεων και στη μείωση του κόστους και του χρόνου που απαιτούνται τόσο για νέες ναυπηγήσεις όσο και για επισκευές πλοίων.
Η υλοποίηση του μνημονίου θα βρίσκεται υπό την κοινή εποπτεία του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών και του υπουργείου Εξωτερικών της Δανίας.
Η δανική τεχνογνωσία και το αμερικανικό έλλειμμα
Η επιλογή της Δανίας δεν είναι τυχαία. Παρά το σχετικά μικρό μέγεθος της χώρας, η δανική ναυτιλιακή βιομηχανία διαθέτει ισχυρή διεθνή παρουσία, σημαντική τεχνογνωσία στα συστήματα πρόωσης και πρωτοποριακές εφαρμογές στις τεχνολογίες ενεργειακής αποδοτικότητας και απανθρακοποίησης των πλοίων.
Η συνεργασία αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από ξένες ναυπηγικές υποδομές και να ενισχύσουν την εγχώρια βιομηχανική τους βάση.
Η αμερικανική ναυπηγική βιομηχανία αντιμετωπίζει διαρθρωτικά προβλήματα που δεν μπορούν να επιλυθούν αποκλειστικά με την αύξηση της χρηματοδότησης. Η περιορισμένη παραγωγική δυναμικότητα, η ανάγκη εκσυγχρονισμού των εγκαταστάσεων και οι ελλείψεις σε τεχνικό προσωπικό δυσχεραίνουν την προσπάθεια αύξησης του αριθμού των πλοίων που μπορούν να κατασκευαστούν στις ΗΠΑ.
Παράλληλα, το θεσμικό πλαίσιο του Jones Act, το οποίο επιβάλλει συγκεκριμένες προϋποθέσεις αμερικανικής κατασκευής, ιδιοκτησίας και επάνδρωσης για τα πλοία που εκτελούν εγχώριες θαλάσσιες μεταφορές, διαμορφώνει μια προστατευμένη αγορά με ιδιαίτερα υψηλό κόστος ναυπηγήσεων.
Η δανική συμμετοχή μπορεί να προσφέρει πρόσβαση σε σύγχρονες τεχνολογικές λύσεις και παραγωγικές πρακτικές, χωρίς να απαιτείται αλλαγή του υφιστάμενου προστατευτικού καθεστώτος.
Άλλωστε, η συνεργασία των δύο χωρών στον ναυτιλιακό τομέα δεν ξεκινά τώρα. Δανικές επιχειρήσεις προμηθεύουν ήδη την αμερικανική αγορά με ναυτιλιακό εξοπλισμό, ενεργειακά αποδοτικές μηχανές και συστήματα πρόωσης, ενώ έχουν αναπτυχθεί επιμέρους συνεργασίες για την ηλεκτροκίνηση πορθμείων και τη δημιουργία λιμενικών υποδομών μηδενικών εκπομπών.
Πέρα από την άμεση οικονομική διάσταση, η συμφωνία αντανακλά τη σημασία που αποδίδει πλέον η Ουάσιγκτον στη ναυπηγική βιομηχανία ως κρίσιμο τμήμα της εθνικής βιομηχανικής και εφοδιαστικής της υποδομής.
Η αμερικανική στρατηγική δεν περιορίζεται στην κατασκευή περισσότερων πλοίων. Επιδιώκει τη δημιουργία μιας ευρύτερης βιομηχανικής αλυσίδας, ικανής να υποστηρίζει την παραγωγή, τη συντήρηση και την επισκευή τους, περιορίζοντας την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές.
Για την Ουάσιγκτον, η πρόκληση είναι να μετατρέψει την πρόσβαση σε ευρωπαϊκή τεχνογνωσία σε πραγματική ναυπηγική παραγωγή επί αμερικανικού εδάφους. Για τη Δανία, η συμφωνία ανοίγει προοπτικές μεγαλύτερης συμμετοχής σε μια αγορά που επιδιώκει να επενδύσει εκ νέου στη ναυπηγική της υποδομή.



