• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Ευέλικτη αγορά εργασίας και φορολογικά κίνητρα στις επιχειρήσεις ζητά η ΤτΕ
12:16 - 26 Οκτ 2010

Ευέλικτη αγορά εργασίας και φορολογικά κίνητρα στις επιχειρήσεις ζητά η ΤτΕ

(upd 2) Το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής της Ελλάδας είναι η αρχή για την ανασύνταξη της ελληνικής οικονομίας, σύμφωνα με την Ενδιάμεση Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2010 που υποβλήθηκε σήμερα στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο.

Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, η δημοσιονομική προσαρμογή, για να είναι πιο αποτελεσματική τα επόμενα χρόνια, πρέπει να στηριχθεί κυρίως στη μείωση των δαπανών. "Η δημοσιονομική προσαρμογή τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του Προγράμματος παρουσιάζει αξιόλογη πρόοδο. Οι κίνδυνοι όμως αποκλίσεων από τους στόχους εξακολουθούν να είναι υψηλοί. Οι κίνδυνοι αυτοί ενισχύονται από την επικείμενη αναθεώρηση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης του 2009, που είναι πιθανό να επηρεάσει και το λόγο ελλείμματος/ΑΕΠ το 2010", αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Για να περιοριστεί το εύρος της ύφεσης και να επισπευσθεί η ανάκαμψη, πρέπει να ενθαρρυνθεί η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία σήμερα υφίσταται έντονα τις επιπτώσεις της μειωμένης ζήτησης, της χαμηλής ανταγωνιστικότητας, της επιβραδυνόμενης πιστωτικής επέκτασης και του αυξημένου φορολογικού βάρους.

Η Ττε προβλέπει ότι η ύφεση θα συνεχιστεί και το 2011, με μικρότερη όμως ένταση,ενώ η ανεργία θα υπερβεί το 12% και οι μέσες πραγματικές αποδοχές, επηρεαζόμενες και από τον υψηλό πληθωρισμό, θα μειωθούν κατά 8% στο σύνολο της οικονομίας και 17% στο Δημόσιο.

Η κυβέρνηση δεν έχει περιθώρια για νέα αύξηση των φορολογικών συντελεστών, ενώ θα πρέπει να εστιάσει στην πάταξη της φοροδιαφυγής για να αυξήσει τα φορολογικά της έσοδα, τονίζει επίσης η Τράπεζα της Ελλάδος.

Το δραστικό περιορισμό του αριθμού των δημόσιων τηλεοπτικών σταθμών εισηγείται η ενδιάμεση έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας, κρίνοντας ιδιαίτερα υψηλό το κόστος λειτουργίας τους. Όπως διαπιστώνει η έκθεση, οι σταθμοί ΕΤ1, ΝΕΤ, ΕΤ3, «Πρίσμα» και «Βουλή» όχι μόνο είναι πολλοί για μια χώρα του μεγέθους της Ελλάδας, αλλά και λειτουργούν με πολύ μεγάλο αριθμό υπαλλήλων και με εξαιρετικά υψηλό κόστος, το οποίο μάλιστα είναι πολλαπλάσιο αντίστοιχων ιδιωτικών σταθμών πανελλαδικής εμβέλειας.

Κρίνει μάλιστα σκόπιμη τη συγχώνευση των δημόσιων τηλεοπτικών σταθμών σε έναν ή δύο, προτείνοντας να καλύπτεται περισσότερο από το 70% του κόστους λειτουργίας τους με έσοδα από διαφημίσεις, όπως συμβαίνει και στους ιδιωτικούς σταθμούς. Παράλληλα προτείνεται το σημερινό έσοδο που εισπράττεται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ, να διατεθεί για τη μείωση του δημόσιου χρέους.

Επιπλέον, προτείνει ακόμα να «μπει ψαλίδι» σε πολλά ΤΕΙ αλλά και να περιοριστούν οι δαπάνες για τη μεταφορά μαθητών από απομακρυσμένα χωριά στα σχολεία, καθώς έχουν υπερβεί κάθε λογικό όριο (280 εκατ. ευρώ προέβλεπε ο προϋπολογισμός του 2010), καθώς -όπως λέει- το πρόγραμμα μεταφοράς μαθητών έχει λάβει χαρακτήρα επιδότησης των τουριστικών λεωφορείων. Με τα χρήματα αυτά θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι με μέση αξία ενός αυτοκινήτου 10.000 ευρώ, το δημόσιο θα είχε τη δυνατότητα να χαρίζει 28.000 αυτοκίνητα κάθε χρόνο στους γονείς των μαθητών που έχουν πρόβλημα.

Εισηγείται τέλος την πενταετή αναστολή λειτουργίας διάφορων δραστηριοτήτων όπως αυτής της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, εώς ότου, όπως επισημαίνεται, τα δημόσια οικονομικά επανέλθουν σε διατηρήσιμη τροχιά.


Tα βασικά σημεία


Η ελληνική οικονομία διανύει σήμερα την πιο δύσκολη φάση των τελευταίων δεκαετιών, αποτέλεσμα χρόνιας διστακτικότητας στην αντιμετώπιση προβλημάτων, όταν αυτά ήταν ακόμη διαχειρίσιμα. Με την έλευση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, το αδιέξοδο έγινε ορατό σε όλους και η θέση της χώρας στις διεθνείς αγορές κλυδωνίστηκε.

Ανάχωμα στις καταστροφικές εξελίξεις, που τον Απρίλιο του 2010 έμοιαζαν αναπόφευκτες, ήταν η ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με βάση το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής που συμφωνήθηκε. Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζες επωφελήθηκαν από τα μη συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής που έλαβε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Το Πρόγραμμα εξασφαλίζει κατ’ αρχάς μια τριετή περίοδο χρηματοδότησης της Ελλάδος από τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ και το ΔΝΤ, σε συνθήκες όπου το κόστος προσφυγής στις αγορές έχει καταστεί απαγορευτικό. Παράλληλα, προδιαγράφει τις γενικές κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια, κατά κύριο λόγο στο δημοσιονομικό τομέα, αλλά και στην εφαρμογή διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και στη λειτουργία των αγορών. Το Πρόγραμμα συνιστά ένα μεσοπρόθεσμο, συνεπές και με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα σχέδιο προσαρμογής της οικονομίας και συμπυκνώνει μέσα σε τριετή ορίζοντα αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να είχαν πραγματοποιηθεί, όταν οι συνθήκες ήταν ευνοϊκότερες και το κόστος των αλλαγών θα ήταν μικρότερο.

Για να αξιολογηθεί σωστά το κόστος του Προγράμματος θα πρέπει να συγκριθεί με το κόστος της μη εφαρμογής του. Σημαντικά τα μεσοπρόθεσμα οφέλη του Προγράμματος . Το κόστος των αλλαγών εμφανίζεται υψηλό και διαχέεται στο σύνολο της οικονομίας. Το κόστος εντοπίζεται κυρίως στις αποδοχές και τις συντάξεις, ιδίως στο δημόσιο τομέα, στην αυξημένη φορολογική επιβάρυνση επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων και στην ύφεση της οικονομικής δραστηριότητας που επηρεάζει τα εισοδήματα και την απασχόληση σε όλους τους τομείς της οικονομίας.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2010 το ΑΕΠ μειώθηκε έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2009 κατά 3% και ολόκληρο το χρόνο η μείωση αναμένεται ότι θα κυμανθεί περί το 4%. Η ανεργία προβλέπεται ότι θα υπερβεί το 12% και οι μέσες πραγματικές αποδοχές, επηρεαζόμενες και από τον υψηλό πληθωρισμό, θα μειωθούν κατά 8% στο σύνολο της οικονομίας και 17% στο Δημόσιο.

Η ύφεση ήταν βεβαίως αναμενόμενη εφέτος, ενώ προβλέπεται ότι θα συνεχιστεί και το 2011, με μικρότερη όμως ένταση. Για να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα προβλήματα, η οικονομία θα πρέπει να προσαρμοστεί σε χαμηλότερα επίπεδα δραστηριότητας, έως ότου αρχίσει να ανακάμπτει μέσω της ενεργότερης συμβολής του ιδιωτικού τομέα.

Τα παραπάνω περιγράφουν το άμεσο, ήδη ορατό, κόστος της προσαρμογής. Θα πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι για να αξιολογηθεί σωστά το κόστος αυτό, θα πρέπει να συγκριθεί με το κόστος της μη εφαρμογής του προγράμματος. Η μεγάλη διαφορά σε σύγκριση με τη μη εφαρμογή του προγράμματος έγκειται στα ακόλουθα:

1ον. Αποτράπηκαν ανεξέλεγκτες εξελίξεις και υπάρχουν πλέον περιθώρια για την άσκηση πολιτικών που μπορούν να περιορίσουν τη διάρκεια και το εύρος της ύφεσης. Το πρόγραμμα είναι δεσμευτικό στους δημοσιονομικούς στόχους, στον τομέα όμως της ανάπτυξης οι δυνατότητες παρεμβάσεων είναι πολλαπλές και πρέπει να αξιοποιηθούν τάχιστα.

2ον. Αν το πρόγραμμα τηρηθεί με συνέπεια, η τελική κατάληξη είναι ορατή:

• Η Ελλάδα θα παραμείνει ενεργό και όχι περιθωριοποιημένο μέλος της ζώνης του ευρώ, συμμετέχοντας με αξιώσεις στις διεργασίες που θα ορίσουν το μέλλον της ΕΕ και της χώρας μας.

• Η ελληνική οικονομία θα έχει απαλλαγεί οριστικά από εμπόδια του παρελθόντος και θα λειτουργεί ορθολογικότερα.

• Θα έχουν περιοριστεί προνόμια και εξαιρέσεις, τα οποία όχι μόνο συνιστούσαν προσκόμματα στην ανάπτυξη, αλλά και δημιουργούσαν μεγάλες κοινωνικές ανισότητες.

• Θα έχει ενισχυθεί ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης και θα είναι εφικτοί ταχύτεροι ρυθμοί ανόδου του εθνικού εισοδήματος και της απασχόλησης, που θα είναι μάλιστα διατηρήσιμοι.

Ριζική ανασυγκρότηση του κράτους και συνέχεια, προϋποθέσεις για την επιτυχία του Προγράμματος

Η πρώτη εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση επιτυχίας του Προγράμματος είναι η επάρκεια και αποτελεσματικότητα των μηχανισμών που καλούνται να το εφαρμόσουν, δηλαδή της δημόσιας διοίκησης. Στην κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη δρομολογηθεί σημαντικές αλλαγές, που πρέπει να ολοκληρωθούν χωρίς παρεκκλίσεις και καθυστερήσεις. Αλλά δεν αρκούν. Χρειαζόμαστε σήμερα μια συνολική, ριζική ανασυγκρότηση του κράτους πάνω σε νέες βάσεις, ώστε οι λειτουργίες του να μην αντιστρατεύονται τη δημιουργική πρωτοβουλία, αλλά, αντίθετα, να την ενθαρρύνουν.

Η δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εξασφάλιση της συνέχειας της εφαρμογής του Προγράμματος. Ένας από τους κύριους λόγους που οδηγηθήκαμε στη σημερινή κρίση είναι ότι στο παρελθόν ανάλογα σταθεροποιητικά προγράμματα που άρχισαν να εφαρμόζονται δεν ολοκληρώθηκαν, καθώς έχασαν σύντομα την ορμή τους και τελικώς εγκαταλείφθηκαν. Με αυτές τις παλινωδίες, λίγους μήνες μετά τη διακοπή ενός προγράμματος εξανεμίζονταν όσα οφέλη είχαν προκύψει και η οικονομία επανερχόταν στο ίδιο επίπεδο όπου βρισκόταν πριν από την έναρξη του προγράμματος ή και σε χαμηλότερο.

Η δημοσιονομική προσαρμογή αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη

Για να περιοριστεί το εύρος της ύφεσης και να επισπευσθεί η ανάκαμψη, πρέπει να ενθαρρυνθεί η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία σήμερα υφίσταται έντονα τις επιπτώσεις της μειωμένης ζήτησης, της χαμηλής ανταγωνιστικότητας, της επιβραδυνόμενης πιστωτικής επέκτασης και του αυξημένου φορολογικού βάρους.

Όσον αφορά το τελευταίο, δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια αύξησης των φορολογικών συντελεστών επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων και η αιχμή της πολιτικής για την αύξηση των εσόδων ―που είναι ασφαλώς απαραίτητη― πρέπει να προσανατολιστεί στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στη σύλληψη της φοροδιαφυγής. Περαιτέρω αύξηση της επιβάρυνσης των ήδη φορολογουμένων θα κατέληγε όχι μόνο να επιτείνει την ύφεση, αλλά και να επιτύχει το αντίθετο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή μείωση αντί αύξησης των εσόδων.

Η περαίωση των φορολογικών εκκρεμοτήτων δεν αποτελεί θεωρητικά την ιδανικότερη επιλογή για την αύξηση των εσόδων. Υπό τις παρούσες συνθήκες ωστόσο, η πολιτική αυτή θα αποδειχθεί χρήσιμη, αν συνοδευθεί από ουσιαστικό εκσυγχρονισμό και αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήματος για την εφαρμογή νέων πρακτικών και αποτελεσματικών μεθόδων σύλληψης της φοροδιαφυγής. Παράλληλα, μετά τις μεγάλες αλλαγές που έχουν εισαχθεί την τελευταία περίοδο και οι οποίες καθιστούν το φορολογικό περιβάλλον ιδιαίτερα ρευστό, είναι τώρα ανάγκη να δημιουργηθεί ένα αξιόπιστο φορολογικό περιβάλλον που θα εξασφαλίζει σταθερότητα των φορολογικών συντελεστών και αποτελεσματική λειτουργία των φορολογικών μηχανισμών.

Η δημοσιονομική προσαρμογή, για να είναι πιο αποτελεσματική τα επόμενα χρόνια, πρέπει να στηριχθεί κυρίως στη μείωση των δαπανών. Είναι βέβαια γεγονός ότι από την έναρξη εφαρμογής του Προγράμματος μέχρι σήμερα η μείωση των δαπανών ήταν μεγάλη. Στηρίχθηκε όμως κατά κύριο λόγο στην περικοπή των μισθών και των συντάξεων, ενώ υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για ουσιαστικές μειώσεις των δαπανών εφόσον αντιμετωπιστούν και εξαλειφθούν δομικές αδυναμίες του κράτους που παράγουν χρόνια ελλείμματα και χρέη. Η δημοσιονομική εξυγίανση πρέπει τώρα να προχωρήσει με πολύ ταχύτερους ρυθμούς στο δραστικό περιορισμό της σπατάλης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και στη συγχώνευση ή και κατάργηση φορέων του Δημοσίου που δεν προσφέρουν πραγματικό έργο. Η δημοσιονομική εξυγίανση θα είναι βιώσιμη και επιτυχής, αν προκύψει από τη ριζική αναδιάρθρωση του κράτους σε όλες τις βαθμίδες του.

Η δημοσιονομική προσαρμογή τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του Προγράμματος παρουσιάζει αξιόλογη πρόοδο. Οι κίνδυνοι όμως αποκλίσεων από τους στόχους εξακολουθούν να είναι υψηλοί. Οι κίνδυνοι αυτοί ενισχύονται από την επικείμενη αναθεώρηση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης του 2009, που είναι πιθανό να επηρεάσει και το λόγο ελλείμματος/ΑΕΠ το 2010.

Γενικότερα, εν όψει των νέων δεδομένων, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να ενταθεί η προσπάθεια για περιστολή των δημόσιων δαπανών και για αύξηση των εσόδων σύμφωνα με τους στόχους του Προγράμματος, μεταξύ άλλων με περικοπές δαπανών και με βελτίωση της απόδοσης του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Επίσης, για την αποτελεσματική εφαρμογή του Προγράμματος είναι απόλυτη ανάγκη η δημοσιονομική πολιτική να προγραμματίζει με βάση εναλλακτικές εκδοχές και να βρίσκεται ανά πάσα στιγμή σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσει τυχόν αποκλίσεις με διορθωτικές κινήσεις.

Ένα δεσμευτικό Σχέδιο Δράσης για την Ανάπτυξη

Προαπαιτούμενο για να εισέλθει η οικονομία σε ένα νέο ενάρετο κύκλο είναι η σταθερή πορεία της δημοσιονομικής προσαρμογής, με ρυθμούς ει δυνατόν ακόμη ταχύτερους και από αυτούς που προβλέπει το Πρόγραμμα. Αυτό θα επηρέαζε θετικά το κλίμα, θα βελτίωνε ταχύτερα την εμπιστοσύνη των αγορών και θα ασκούσε ευνοϊκή επίδραση στη διαθεσιμότητα και στο κόστος των δανειακών κεφαλαίων. Το Πρόγραμμα περιλαμβάνει τα απολύτως απαραίτητα που πρέπει να υλοποιηθούν για να αντιμετωπιστεί η σημερινή κρίση. Η πιστή εφαρμογή του είναι απολύτως αναγκαία, αλλά δεν υποκαθιστά την ευρύτερη ευθύνη της οικονομικής πολιτικής να προσεγγίσει τα μεγάλα ζητήματα της ανάπτυξης και να επισπεύσει πολιτικές που θα στοχεύουν στη συντομότερη δυνατή επανεκκίνηση της οικονομίας.

Το Πρόγραμμα είναι μια καλή αρχή που περιορίζει τους κινδύνους και δίνει στην οικονομία τα χρονικά περιθώρια να ανασυγκροτηθεί πάνω σε νέες βάσεις. Ο δρόμος θα είναι όμως επίπονος και μακρύς: η ανάπτυξη δεν μας περιμένει στην επόμενη στροφή. Έως ότου γίνει αισθητή η βελτίωση, θα υπάρξει κάποιο διάστημα επιδείνωσης. Εκείνο συνεπώς που απαιτείται είναι να σχεδιαστεί, παράλληλα με τη δημοσιονομική προσαρμογή, ένας αναλυτικός “οδικός χάρτης” για τη δυναμική επανέναρξη μιας αναπτυξιακής διαδικασίας, που θα στηρίζεται αυτή τη φορά σε στέρεες βάσεις. Χρειαζόμαστε δηλαδή ένα δεσμευτικό, συνεκτικό Σχέδιο Δράσης για την Ανάπτυξη το οποίο θα βαδίζει παράλληλα με τη δημοσιονομική προσαρμογή, θα συμπληρώνει και θα εξειδικεύει πολιτικές που έχουν δρομολογηθεί και θα προτείνει νέες, που θα ενισχύουν την ανάπτυξη χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τους δημοσιονομικούς στόχους.

Ένα τέτοιο Σχέδιο Δράσης, σε συνδυασμό με την προώθηση των μεταρρυθμίσεων που έχουν προγραμματιστεί και την απρόσκοπτη πορεία της δημοσιονομικής προσαρμογής, θα εκπέμψει το ηχηρό μήνυμα στις αγορές ότι η ελληνική οικονομία αναπροσανατολίζεται δυναμικά, αποκτά εξωστρέφεια, ανοίγεται σε επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και εκμεταλλεύεται αποδοτικά την ευκαιρία που παρέχει ο μηχανισμός στήριξης για να ανακάμψει σύντομα. Χρειαζόμαστε δηλαδή σήμερα μια συνολική αναπτυξιακή στόχευση, μια κοινή επιδίωξη για το τι θέλουμε να επιτύχουμε τα επόμενα χρόνια και μια σαφή επιλογή των μέσων που θα μας οδηγήσουν εκεί.

Ένα Σχέδιο Δράσης για την ανάπτυξη οφείλει να περιλαμβάνει:

1ον. Αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας και συγκεκριμένα μεσοπρόθεσμα σχέδια με σαφείς στόχους και μέσα πολιτικής για την εξωστρεφή ανάπτυξη – με έμφαση δηλαδή στις εξαγωγές και στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να τεθούν προτεραιότητες (α) για την κατανομή των δημόσιων πόρων που διατίθενται τόσο για τις δημόσιες επενδύσεις όσο και για την ενίσχυση των ιδιωτικών και (β) για την αναβάθμιση των υποδομών, π.χ. στους κρίσιμους τομείς των μεταφορών και της ενέργειας.

2ον. Επισήμανση, κωδικοποίηση, εξειδίκευση και ταχεία εφαρμογή των οριζόντιων αλλαγών που εκτιμάται ότι θα έχουν θετική επίδραση στο δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Βασικός στόχος αυτής της προσπάθειας είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού προς την επιχειρηματική δραστηριότητα, με την ουσιώδη βελτίωση του ρυθμιστικού και θεσμικού πλαισίου. Εάν σύντομα υπάρξουν απτά αποτελέσματα στο ζήτημα αυτό, θα είναι ευκολότερο να προσελκυστούν ξένα ή και εγχώρια κεφάλαια τα οποία θα χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις που απαιτούνται.

Οι βασικές περιοχές στις οποίες επείγουν διαρθρωτικές αλλαγές, μερικές από τις οποίες έχουν ήδη δρομολογηθεί, είναι:

– Ο εκσυγχρονισμός και η διαφάνεια της δημόσιας διοίκησης.

– Η ενίσχυση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας.

– Η ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

– Η βελτίωση της απορρόφησης των κοινοτικών πόρων μέσω του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ), η προώθηση των επενδύσεων και η ενίσχυση του εξαγωγικού προσανατολισμού της οικονομίας.

– Η αύξηση της αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη είναι η τόνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας

Η οικονομική πολιτική, αν πραγματοποιήσει τις διαρθρωτικές αλλαγές που έχουν επισημανθεί, θα δημιουργήσει το κατάλληλο περιβάλλον, ένα επιχειρηματικό “οικοσύστημα” – μέσα στο οποίο θα μπορέσουν να λειτουργήσουν πιο αποτελεσματικά οι επιχειρήσεις. Το σύστημα αυτό θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από σταθερούς κανόνες για τον ανταγωνισμό και τη φορολογία, δραστικό περιορισμό των διοικητικών εμποδίων και του διοικητικού κόστους, σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο για τη λειτουργία των αγορών, καθορισμένες σύντομες διαδικασίες για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των επιχειρήσεων, δραστική καταπολέμηση της διαφθοράς.

Προσαρμογές απαιτούνται ωστόσο και από την πλευρά των επιχειρήσεων, οι οποίες πρέπει να επιδείξουν διορατικότητα, να διευρύνουν το χρονικό τους ορίζοντα και να αναλάβουν άμεσα επενδυτικές πρωτοβουλίες. Η επιδίωξη του μέγιστου δυνατού κέρδους στο συντομότερο χρονικό διάστημα δεν είναι πλέον εφικτή. Η παγκόσμια οικονομική κρίση έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αποτιμώνται οι χρηματιστηριακές αξίες, μετατοπίζοντας την έμφαση από τις βραχυχρόνιες αποδόσεις στα μακρόπνοα επιχειρηματικά σχέδια. Στην αναγκαία διαδικασία προσαρμογής των επιχειρήσεων περιλαμβάνονται η αύξηση του μεγέθους τους, η ανάπτυξη συνεργειών και συνεργασιών, η βελτίωση της παραγωγικότητας μέσω και της ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης, που θα συμβάλει και σε μείωση του κόστους, η ενίσχυση της εξωστρέφειας με αναζήτηση νέων αγορών και συνεργασιών, η υιοθέτηση πρακτικών που συνάδουν με την προστασία του περιβάλλοντος.

Οι προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα

Σε αντίθεση με όσα συνέβησαν σε πολλές άλλες χώρες, όπου η κρίση εκδηλώθηκε αρχικά στο τραπεζικό σύστημα και μεταφέρθηκε στη συνέχεια στην πραγματική οικονομία, στην Ελλάδα το τραπεζικό σύστημα, που έχει στέρεες βάσεις, αντιμετώπισε δυσχέρειες ρευστότητας όταν οι έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες οδήγησαν στην υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και στη συνέχεια των τραπεζών, γεγονός που περιόρισε την πρόσβαση των τραπεζών σε πηγές άντλησης ρευστότητας και αύξησε το κόστος δανεισμού τους. Η εξέλιξη αυτή αλλά και η τάση μείωσης που εμφάνισαν το πρώτο εξάμηνο του έτους οι εγχώριες καταθέσεις επηρέασαν αναπόφευκτα τις συνθήκες ρευστότητας των τραπεζών και κατά συνέπεια και την προσφορά δανείων.

Από την άλλη πλευρά η ύφεση, επιβαρύνοντας τη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών, οδήγησε σε περιορισμό της ζήτησης δανείων. Οι παράγοντες αυτοί είχαν αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών και την υποχώρηση της κερδοφορίας τους. Εξαιτίας των εξελίξεων αυτών, τόσο από την πλευρά της ζήτησης όσο και από την πλευρά της προσφοράς δανείων, ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης υποχώρησε, παραμένοντας πάντως θετικός.

Σε σχετικά υψηλό επίπεδο διατηρήθηκε η κεφαλαιακή επάρκεια. Όμως, οι ιδιαίτερα δυσμενείς μακροοικονομικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί επιβάλλουν για λόγους πρόνοιας τη διατήρηση των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας σε επίπεδα αρκούντως υψηλότερα των ελαχίστων που καθορίζουν οι εποπτικοί κανόνες. Θετική εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η επιτυχής ολοκλήρωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου στην οποία προέβη πρόσφατα η Εθνική Τράπεζα.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα μεγέθη του τραπεζικού τομέα δεν θα μεταβληθούν επί τα βελτίω, εάν πρωτίστως δεν διορθωθούν οι παράγοντες εκείνοι που ασκούν πιέσεις στην πιστοληπτική ικανότητα των τραπεζών και κατ’ επέκταση στη δυνατότητά τους να αντλούν κεφάλαια από τις αγορές χρήματος και κεφαλαίων. Είναι δηλαδή αναγκαία η βελτίωση του γενικότερου μακροοικονομικού περιβάλλοντος. Η βελτίωση αυτή θα συμβάλει θετικά στον περιορισμό του κινδύνου ρευστότητας, αλλά και του πιστωτικού κινδύνου των τραπεζών, ώστε αυτές να συνεχίσουν να ικανοποιούν επαρκώς την εκδηλούμενη ζήτηση τραπεζικών πιστώσεων.

Παράλληλα, οι τράπεζες θα πρέπει να προσαρμοστούν στο νέο οικονομικό και ρυθμιστικό περιβάλλον με διορατικότητα. Είναι απαραίτητο να λάβουν υπόψη τους ότι, ακόμη και όταν η οικονομική δραστηριότητα επανέλθει σε ανοδική πορεία, ο ρυθμός επέκτασης των τραπεζικών εργασιών θα διαμορφωθεί σε επίπεδο χαμηλότερο εκείνου που είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν, πριν από την κρίση. Επίσης, κάποια στιγμή, σταδιακά, θα αρθούν τα εναπομένοντα μη συμβατικά μέτρα στήριξης της ΕΚΤ, ενώ η άντληση χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές ενδέχεται να παραμείνει δυσχερής, καθώς θα είναι αυξημένος ο ανταγωνισμός μεταξύ κυβερνήσεων, τραπεζών και επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα για την άντληση κεφαλαίων. Τέλος, οι τράπεζες θα πρέπει να προετοιμαστούν εν όψει και της σταδιακής εφαρμογής, έως το 2018, του νέου διεθνούς ρυθμιστικού πλαισίου, γνωστού και ως “Βασιλεία ΙΙΙ”.

Για τους ανωτέρω λόγους κρίνεται απαραίτητο να επανεξετάσουν οι τράπεζες το επιχειρηματικό υπόδειγμα λειτουργίας τους, επιδιώκοντας τη διατήρηση υψηλού επιπέδου κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας, σχηματίζοντας επαρκείς προβλέψεις για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου και εξορθολογίζοντας τα έξοδά τους. Η σύναψη στρατηγικών συμμαχιών και η πραγματοποίηση συγχωνεύσεων, λόγω των θετικών συνεργειών που συνεπάγονται, είναι βέβαιο ότι θα συμβάλουν θετικά στην επίτευξη των ανωτέρω στόχων.

Στόχος η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην οικονομία

Στόχος της μεγάλης προσπάθειας που έχει αναλάβει σήμερα η χώρα είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο μέλλον της οικονομίας, στις δυνατότητές της δηλαδή να αντιμετωπίσει τις δημοσιονομικές δυσχέρειες και να γίνει πιο δημιουργική, πιο εξωστρεφής, πιο ανοικτή στην επιχειρηματική πρωτοβουλία και στις επενδύσεις.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης όμως δεν μπορεί να είναι ούτε άμεση ούτε αυτόματη. Σήμερα, πέντε μήνες από την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης, οι αγορές αντιμετωπίζουν ακόμη τα ελληνικά ομόλογα με επιφύλαξη, παρόλο που το κλίμα έχει αρχίσει τελευταία να βελτιώνεται. Ένα από τα ζητούμενα είναι η επίδειξη συνέχειας, συνέπειας και επιμονής στην εφαρμογή των όρων του Προγράμματος. Τα χαρακτηριστικά αυτά πρέπει να επιβεβαιώνονται διαρκώς και εμπράκτως. Η επιφυλακτικότητα των αγορών τροφοδοτείται εξάλλου και από αναλύσεις που θεωρούν αναπόφευκτη την αναδιάρθρωση του χρέους, καθώς προεξοφλούν ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι πολύ χαμηλοί για να εξασφαλίσουν την εξυπηρέτηση του μεγάλου δημόσιου χρέους.

Τα σενάρια αυτά έχουν ήδη καταρριφθεί από το ΔΝΤ, το οποίο σε πρόσφατη ανάλυσή του συμπεραίνει ότι η αναδιάρθρωση του χρέους δεν είναι ούτε αναγκαία, ούτε επιθυμητή ούτε και πιθανή. Προς την ίδια κατεύθυνση συγκλίνουν και δηλώσεις αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σε τελευταία ανάλυση όμως, σ’ εμάς εναπόκειται η ευθύνη να απαντήσουμε έμπρακτα, με δύο τρόπους: Πρώτον, με τη σχολαστική τήρηση των στόχων του Προγράμματος Προσαρμογής, τους οποίους ―όπου είναι δυνατόν― πρέπει να υπερακοντίζουμε, δίνοντας το σαφές μήνυμα ότι η δημοσιονομική προσαρμογή βαδίζει με ταχείς ρυθμούς. Δεύτερον, με την εκπόνηση και ταχεία εφαρμογή ενός συνεκτικού Σχεδίου Δράσης για την Ανάπτυξη, που θα καταδεικνύει πειστικά ότι η ελληνική οικονομία μπορεί κατ’ αρχάς να ανακάμψει γρήγορα και στη συνέχεια να αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς στηριζόμενη σε νέες, υγιείς βάσεις.

Αν όχι μόνο επιτευχθούν οι σημαντικοί δημοσιονομικοί στόχοι αλλά και εδραιωθούν, στα επόμενα δυόμισι χρόνια, οι προϋποθέσεις για αύξηση των εξαγωγών και προσέλκυση ξένων επενδύσεων, που θα τονώσουν την ανάπτυξη, θα πειστούν και οι αγορές ότι η δυναμική του χρέους θα αντιστραφεί. Το αναπτυξιακό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας είναι τεράστιο. Ήδη η κατάσταση βαίνει βελτιούμενη, ωστόσο ο δρόμος μπροστά είναι μακρύς και δεν δικαιολογείται εφησυχασμός. Η σημερινή κρίση μπορεί και πρέπει να γίνει ο καταλύτης που θα αναμορφώσει την οικονομία, βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα και την ευημερία της χώρας εντός της ζώνης του ευρώ. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα.

Πρακτικές προτάσεις για την αναβάθμιση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού

Τεράστιες αδυναμίες παρουσιάζει ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση του διοικητή της ΤτΕ και υπάρχει ανάγκη για την άμεση και εκτεταμένη αναδιοργάνωσή του. Από τη διεθνή εμπειρία προκύπτει ότι υπάρχουν τρεις απαραίτητες προϋποθέσεις για μια επιτυχημένη μεταρρύθμιση και αναδιοργάνωση των φορολογικών υπηρεσιών:

(α) απλοποίηση του φορολογικού συστήματος,

(β) στρατηγική, δηλ. ένα ολοκληρωμένο μεταρρυθμιστικό σχέδιο με σαφείς προτεραιότητες, και

(γ) ισχυρή δέσμευση για μεταρρύθμιση.

Η δέσμευση και η βούληση για μεταρρύθμιση θα πρέπει να υπάρχουν τόσο σε διοικητικό επίπεδο όσο και σε πολιτικό. Χωρίς αυτές, ακόμη και η καλύτερη μεταρρυθμιστική στρατηγική είναι καταδικασμένη.

Στα επόμενα παρουσιάζονται ορισμένα συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία στις περισσότερες χώρες αποδείχθηκαν χρήσιμα.

(i) Η σύγχρονη τεχνολογία των ηλεκτρονικών υπολογιστών έχει δημιουργήσει τεράστιες δυνατότητες για την υποβολή φορολογικών δηλώσεων, την ταυτοποίηση και παρακολούθηση των φορολογουμένων και τη διενέργεια φορολογικών ελέγχων και διασταυρώσεων.

(ii) Για το λόγο αυτό, οποιαδήποτε προσπάθεια αναδιοργάνωσης των φορολογικών υπηρεσιών πρέπει να εστιάζεται στη χρήση ηλεκτρονικών πληροφοριακών συστημάτων. Στο παρελθόν έχουν γίνει πολλές (και δαπανηρές) προσπάθειες μηχανοργάνωσης των φορολογικών υπηρεσιών στην Ελλάδα, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Οι κυριότεροι λόγοι αυτής της αποτυχίας είναι δύο: πρώτον, οι επιμέρους προσπάθειες ήταν αποσπασματικές και δεν αποτελούσαν μέρος ενός ολοκληρωμένου προγράμματος μηχανοργάνωσης και δεύτερον, η εισαγωγή ηλεκτρονικών μέσων δεν συνοδεύθηκε από τις απαραίτητες απλοποιήσεις.Η μηχανοργάνωση είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απλή μεταφορά σε ηλεκτρονική μορφή των υφιστάμενων απαρχαιωμένων διαδικασιών και πρακτικών. Η επιτυχής μηχανοργάνωση προϋποθέτει τη σε βάθος αναδιοργάνωση και απλοποίηση των φορολογικών διατάξεων, κανόνων, συστημάτων, πρακτικών και διαδικασιών. Αυτή η απλοποίηση ουδέποτε έγινε στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα κάθε προσπάθεια μηχανοργάνωσης να είναι καταδικασμένη. Η επιτυχής εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων από τις φορολογικές αρχές απαιτεί:

– την ταυτοποίηση των φορολογουμένων

– τη διαχρονική παρακολούθηση των φορολογουμένων, και

– το συχνό έλεγχο των φορολογουμένων.

Με βάση τη διεθνή εμπειρία, για τη διευκόλυνση του έργου των φορολογικών αρχών (αλλά και όλης της δημόσιας διοίκησης) θα ήταν σκόπιμο:

• Όλοι οι Έλληνες πολίτες να έχουν έναν μοναδικό προσωπικό αριθμό ταυτοποίησης, ο οποίος θα εμφανίζεται σε όλα τα δημόσια έγγραφα που τους αφορούν, σε όλη τους τη ζωή, δηλ. σε τίτλους σπουδών, πιστοποιητικά γέννησης κ.λπ., απολυτήριο στρατού, δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, διαβατήριο, κοινωνική ασφάλιση, δίπλωμα οδήγησης, συμβόλαια, κτηματολόγιο, υποθηκοφυλακεία, αγορά (και άδεια κυκλοφορίας) αυτοκινήτων, σκαφών αναψυχής κ.λπ., φορολογικές δηλώσεις, άδειες ανέγερσης κατοικίας, σύνολο συναλλαγών με τράπεζες, ασφαλιστήρια συμβόλαια κ.ά. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο μοναδικός αυτός αριθμός θα μπορούσε να χρησιμοποιείται παράλληλα με τους υφιστάμενους αριθμούς (π.χ. ΑΔΤ, διαβατηρίου, ΑΜΚΑ κ.λπ.).

Για μια χώρα με τον πληθυσμό της Ελλάδος, ο μοναδικός αυτός αριθμός θα καθιστούσε την αναζήτηση και την ταυτοποίηση των φορολογουμένων εξαιρετικά απλή υπόθεση. (Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει τη θεσμοθέτηση, έως το τέλος του 2011, της “Κάρτας Πολίτη”, η οποία θα εμπεριέχει σε ψηφιακή μορφή τα στοιχεία ταυτότητας, τον ΑΦΜ και τον ΑΜΚΑ και επομένως θα μπορούσε να είναι χρήσιμη και για το σκοπό που προτείνεται εδώ.)

• Οι φορολογικές αρχές να καταρτίσουν έναν μοναδικό ατομικό ηλεκτρονικό φάκελο για

κάθε φορολογούμενο μετά την ηλικία των 18 ετών (ή σε μικρότερη ηλικία, εάν εργάζεται ή συμμετέχει σε συναλλαγή επί ακίνητης περιουσίας). Επίσης θα ήταν σκόπιμο να δημιουργηθεί ένας μοναδικός ηλεκτρονικός φάκελος για κάθε μικρή επιχείρηση (ατομική, ΟΕ, ΕΕ κ.λπ., αλλά όχι ΑΕ). Το ηλεκτρονικό αρχείο για κάθε φορολογούμενο θα μπορούσε να περιέχει πληροφορίες (με τη μορφή “χρονολογικών σειρών”) για το εισόδημα που δηλώνει κάθε χρόνο, το επάγγελμα, την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων και αγαθών μεγάλης αξίας (π.χ. αυτοκινήτων, σκαφών κ.λπ.), τις τυχόν επιχειρηματικές δραστηριότητες, την κατοχή μετοχών, λογαριασμών τραπέζης (χωρίς απαραίτητα να φαίνεται το υπόλοιπο του λογαριασμού) κ.λπ. Φυσικά, στο αρχείο αυτό θα εμφανίζονταν και όλες οι συναλλαγές με τις φορολογικές αρχές για όλους τους φόρους και για όλα τα έτη (π.χ. εισόδημα, ΦΠΑ, τέλη κυκλοφορίας, μεταβίβαση ακινήτων κ.λπ.), καθώς και οι τυχόν φορολογικές παραβάσεις, ρυθμίσεις και ποινές. Επίσης θα εμφανίζονταν όλες οι πληροφορίες (ή θα υπήρχε πρόσβαση) και για την κοινωνική ασφάλιση. Θα προέκυπτε δηλαδή αν π.χ. ένας ασφαλισμένος του ΟΑΕΕ καταβάλλει κανονικά τις ασφαλιστικές του εισφορές. Ο κάθε ατομικός ηλεκτρονικός φάκελος θα είχε ένδειξη για τα αντίστοιχα αρχεία των μελών της ίδιας οικογένειας. Το ατομικό αρχείο του επιχειρηματία θα είχε και ένδειξη για το αρχείο της επιχείρησής του (ατομική,ΟΕ, ΕΕ) και αντιστρόφως. Τα περιεχόμενα των αρχείων θα ενημερώνονταν συνεχώς από όλες τις υπηρεσίες της ΔΟΥ. Για παράδειγμα, η αποστολή ειδοποιητηρίων για τα τέλη κυκλοφορίας θα εμφανιζόταν αμέσως στο φάκελο του φορολογουμένου (ως οφειλή) και η καταβολή των τελών θα εμφανιζόταν ως πληρωμή.

Ένα τέτοιο σύστημα θα διασφάλιζε την έγκαιρη και συνεχή παρακολούθηση των συναλλαγών των φορολογουμένων, τις διασταυρώσεις στοιχείων και τους συνεχείς φορολογικούς ελέγχους. Θα ήταν έτσι πολύ εύκολο π.χ. να διαπιστωθεί από τις φορολογικές αρχές ότι το εισόδημα που έχει δηλώσει ένας φορολογούμενος την τελευταία δεκαπενταετία δεν επαρκεί για την αγορά των περιουσιακών στοιχείων που έχει αποκτήσει την ίδια περίοδο κ.ο.κ.

Πρόσβαση στο ατομικό αρχείο θα είχε μόνο η ΔΟΥ στην οποία φορολογείται ο φορολογούμενος (τόπος κατοικίας ή έδρα επιχείρησης) και το μηχανογραφικό κέντρο του Υπουργείου Οικονομικών. Οι υπόλοιπες ΔΟΥ, χρησιμοποιώντας το μοναδικό προσωπικό αριθμό, θα έβρισκαν στον υπολογιστή σε ποια ΔΟΥ φορολογείται ο φορολογούμενος και θα έστελναν ηλεκτρονικά όλες τις πληροφορίες (ή τα τυχόν ερωτήματα) στη ΔΟΥ του φορολογουμένου.

Σήμερα οι φορολογικές υπηρεσίες είναι οργανωμένες κατά κατηγορία (είδος) φόρου, δηλ. σε κάθε ΔΟΥ υπάρχει το τμήμα φορολογίας εισοδήματος, το τμήμα φορολογίας κεφαλαίου, το τμήμα ΦΠΑ κ.λπ. Η οργάνωση δηλαδή είναι “φοροκεντρική”, με ελάχιστη ή καθόλου επικοινωνία μεταξύ των τμημάτων.

Επίσης, η πρόσβαση σε προηγούμενα έτη είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αυτό δεν επιτρέπει στις ΔΟΥ να έχουν μία πλήρη εικόνα του “προφίλ” και της συμπεριφοράς του φορολογουμένου όσον αφορά το σύνολο των φορολογικών του υποχρεώσεων και σε βάθος χρόνου. Το σύστημα που περιγράφηκε πιο πάνω (με βάση τη διεθνή εμπειρία) επικεντρώνεται στον φορολογούμενο. Είναι μια τελείως διαφορετική προσέγγιση.

(ii) Ηλεκτρονική τιμολόγηση για τις μεγάλες επιχειρήσεις (e-invoicing). Η ηλεκτρονική έκδοση τιμολογίων θα συμβάλλει ουσιαστικά στον έλεγχο της φοροδιαφυγής, καθώς θα καταγράφεται όχι μόνο η έκδοση, αλλά και η πληρωμή του τιμολογίου και θα είναι δυνατή η διασταύρωσή τους. Επιπλέον όμως, η αντικατάσταση του έγχαρτου από το ηλεκτρονικό τιμολόγιο σε συναλλαγές μεταξύ εμπορικών επιχειρήσεων είναι δυνατόν να μειώσει ουσιαστικά το κόστος έκδοσης και διακίνησης των τιμολογίων (αλλά και των ελέγχων) και να οδηγήσει σε αύξηση του ΑΕΠ.35 Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, οι ελληνικές επιχειρήσεις κατανοούν τα πλεονεκτήματα της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν ηλεκτρονικά τιμολόγια σύντομα.

(iii) Οι ταμειακές μηχανές όλων των μικρών επιχειρήσεων (όχι ΑΕ) λιανικού εμπορίου είναι δυνατόν να συνδεθούν (on line) με ηλεκτρονικούς υπολογιστές του Υπουργείου Οικονομικών, ώστε κάθε πώληση (δηλ. έκδοση απόδειξης) να καταγράφεται αμέσως και να μην είναι δυνατόν να αλλοιωθεί. Έτσι, οι έλεγχοι θα επικεντρώνονται στην έκδοση αποδείξεων λιανικής πώλησης. Αυτό αρκεί για να εξαλειφθεί η φοροδιαφυγή στον ΦΠΑ και σε σημαντικό βαθμό και στο εισόδημα. (Το Υπουργείο Οικονομικών ήδη σχεδιάζει ένα ανάλογο μέτρο, το οποίο θα συνδυαστεί με τη χρήση, κατά τις αγορές από τους καταναλωτές, ηλεκτρονικών καρτών που θα εμπεριέχουν τον ΑΦΜ τους.)

(iv) Για τον περιορισμό του διαχειριστικού κόστους αλλά και του κόστους συμμόρφωσης των φορολογουμένων, θα ήταν δυνατόν να αντικατασταθεί το μέτρο της συλλογής αποδείξεων με τη χορήγηση του ίδιου φορολογικού κινήτρου για όλες τις συναλλαγές του φορολογουμένου που διενεργούνται μέσω πιστωτικών καρτών. Ούτως ή άλλως, οι πιστωτικές κάρτες έχουν τους κατάλληλους μηχανισμούς για να συγκεντρώνουν και να καταγράφουν τις συναλλαγές αυτές, οι οποίες είναι διαθέσιμες σε ηλεκτρονική μορφή και το κόστος συμμόρφωσης για τους φορολογούμενους είναι μηδενικό. (Το Υπουργείο σχεδιάζει να εισαγάγει, όπως αναφέρθηκε στο (iii), τη χρήση καρτών που θα φέρουν τον ΑΦΜ και θα καθιστούν δυνατή την αυτόματη καταγραφή των δαπανών/συναλλαγών.)

(v) Με την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων και με βάση το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού φακέλου του φορολογουμένου, ένα ηλεκτρονικό πρόγραμμα θα εντοπίζει αυτόματα και θα επισημαίνει τις περιπτώσεις εκείνες όπου υπάρχει ανάγκη φορολογικού ελέγχου. Στη συνέχεια, ένας εφοριακός υπάλληλος θα εξετάζει τις “ύποπτες” δηλώσεις και θα αποφασίζει αν θα διενεργηθεί τακτικός έλεγχος ή όχι.

(vi) Είναι σκόπιμη η αναδιάταξη των φορολογικών ελεγκτικών μηχανισμών (ελεγκτών), προκειμένου να ελέγχονται κατά προτεραιότητα οι περιπτώσεις εκείνες που έχουν μεγάλο φορολογικό ενδιαφέρον. Ορισμένες χώρες μάλιστα έχουν συστήσει ειδικές υπηρεσίες που παρακολουθούν μόνο φορολογουμένους με υψηλό εισόδημα ή άλλες περιπτώσεις με μεγάλο φορολογικό ενδιαφέρον. Σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση (31.8.2010) του Υπουργείου Οικονομικών, συγκροτούνται πέντε ομάδες εργασίας για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, μεταξύ των οποίων “Ειδική ομάδα εργασίας μεγάλων φορολογουμένων” για επιχειρήσεις, καθώς και “Ειδική ομάδα εργασίας μεγάλης περιουσίας και υψηλών εισοδημάτων” για τα φυσικά πρόσωπα.

(vii) Ευχερέστερη πρόσβαση των φορολογικών αρχών στους τραπεζικούς λογαριασμούς των φορολογουμένων, αλλά με διασφάλιση του απορρήτου και των άλλων δικαιωμάτων του φορολογουμένου.

(viii) Αύξηση του ποσοστού των ελεγχόμενων δηλώσεων στο 5% των ετήσιων δηλώσεων. Για τους αυτοαπασχολουμένους και τις (μικρομεσαίες) επιχειρήσεις, το ποσοστό αυτό θα πρέπει να ανέρχεται στο 25% έως 30% κάθε χρόνο, ούτως ώστε όλοι να ελέγχονται κάθε τρία έως τέσσερα χρόνια. Για τους μισθωτούς αρκεί ο έλεγχος του 1% των δηλώσεων. Κατ’ εξαίρεση απαιτείται πολύ μεγαλύτερο ποσοστό ελέγχων στην περίπτωση δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν σε κρίσιμες υπηρεσίες. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, η “πιθανότητα ελέγχου” και η “εμπειρία πρόσφατου ελέγχου” παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.

(ix) Αύξηση κατά το δυνατόν της παρακράτησης του φόρου στην πηγή και της δήλωσης του εισοδήματος από τρίτο πρόσωπο, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει δυνατότητα διασταύρωσης των στοιχείων. Ο εργοδότης π.χ. ουσιαστικά δηλώνει το εισόδημα του υπαλλήλου του (μισθωτού). Είναι σημαντικό όμως να υπάρχει δυνατότητα διασταύρωσης αυτών που δήλωσαν ο εργοδότης (“τρίτο πρόσωπο”) και ο φορολογούμενος. Σύμφωνα με σχετική μελέτη για τη Δανία, η δήλωση από τρίτο πρόσωπο (και η παρακράτηση στην πηγή) περιορίζει τη φοροδιαφυγή στο 0,3%, σε σύγκριση με φοροδιαφυγή 37% για τους αυτοαπασχολουμένους, που δηλώνουν οι ίδιοι το εισόδημά τους.

(x) Κατάργηση ή συγχώνευση όλων των φόρων μικρής απόδοσης και υψηλού διαχειριστικού κόστους (ή κόστους συμμόρφωσης), όπως οι φόροι υπέρ τρίτων. Το διαχειριστικό κόστος των τελευταίων είναι εξαιρετικά υψηλό και στα τέλη της δεκαετίας του 1990 έφθανε το 39,5%.

(xi) Βελτίωση υπηρεσιών προς τους φορολογουμένους. Οι φορολογούμενοι θα πρέπει να λαμβάνουν κάθε δυνατή βοήθεια και ενθάρρυνση από τις φορολογικές υπηρεσίες προκειμένου να είναι συνεπείς και να συμμορφώνονται με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Παράλληλα, θα πρέπει να απλοποιηθούν τα έντυπα των φορολογικών δηλώσεων και οι σχετικές διαδικασίες, οι οδηγίες να είναι σαφείς και κατανοητές και να βελτιωθεί η πρόσβαση των φορολογουμένων στις ΔΟΥ.

“Μακροπρόθεσμα, ο φθηνότερος και πλέον αποτελεσματικός τρόπος συλλογής των φορολογικών εσόδων είναι η εθελοντική συμμόρφωση των φορολογουμένων”.

(xii) Το προσωπικό των ΔΟΥ αποτελεί το σημαντικότερο και πολυτιμότερο στοιχείο του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και δεν είναι δυνατόν να υποκατασταθεί από οποιασδήποτε μορφής και έκτασης μηχανοργάνωση. Σε τελική ανάλυση, το προσωπικό είναι εκείνο που εφαρμόζει την κείμενη φορολογική νομοθεσία και εισπράττει τα έσοδα. Για το λόγο αυτό, η πρόσληψη, η εκπαίδευση, η παρακίνηση, το ηθικό και η αμοιβή του προσωπικού είναι υψίστης σημασίας για την άρτια και αποτελεσματική λειτουργία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και την προσέγγιση των φορολογουμένων (ώστε να αυξηθεί η εθελοντική συμμόρφωση). Στην Ελλάδα έχει κατά καιρούς διαπιστωθεί ανεπαρκής απόδοση του προσωπικού και αύξηση της διαφθοράς. Έχει ιδιαίτερη σημασία οι φορολογικοί ελεγκτές (και οι “επόπτες” και οι προϊστάμενοι των ΔΟΥ) να έχουν βαθιά γνώση του αντικειμένου, εξαίρετο ήθος, ακέραιο χαρακτήρα, υψηλό ηθικό και μεγάλο ενδιαφέρον για την εργασία τους. Επίσης, οι υπάλληλοι θα πρέπει να επιμορφώνονται σε διαρκή βάση.

(xiii) Η διαφθορά πρέπει να αντιμετωπιστεί ριζικά. Σε περιπτώσεις αποδεδειγμένης πέραν πάσης αμφιβολίας ενοχής, οι εξαιρετικά αυστηρές υπηρεσιακές ποινές θα πρέπει να αποτελούν τον κανόνα, πέραν των ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών. Επίσης, θα πρέπει να τιμωρούνται και οι φορολογούμενοι που δωροδοκούν εφοριακούς. Η διαφθορά είναι δυνατόν να ακυρώσει στην πράξη τη σημασία των φορολογικών ελέγχων, με την έννοια ότι ο φορολογούμενος που εντοπίζεται να φοροδιαφεύγει πιθανόν να μην καταλήξει τελικά να πληρώσει το φόρο, λόγω συναλλαγής με τον εφοριακό.

(xiv) Λόγω των ανωτέρω, η εσωτερική επιθεώρηση είναι εξαιρετικά σημαντική για την εξάλειψη της διαφθοράς στο φοροεισπρακτικό μηχανισμό.43 Από τα στοιχεία που παραθέτει ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης στις ετήσιες Εκθέσεις του προκύπτει ότι σήμερα η εσωτερική επιθεώρηση έχει μάλλον περιορισμένο ρόλο44 και ακολουθεί την πρακτική των υπηρεσιακών πειθαρχικών συμβουλίων. Είναι σκόπιμο λοιπόν όχι μόνο να ενισχυθεί ο ρόλος και να αλλάξει η νοοτροπία της εσωτερικής επιθεώρησης, αλλά και να ασκείται από ανεξάρτητους δημόσιους λειτουργούς (ή ιδιώτες) μη συνδεόμενους με τις φορολογικές αρχές.

(xv) Για τη διευκόλυνση του εσωτερικού ελέγχου, οι μηνιαίες αναφορές των ΔΟΥ προς την κεντρική υπηρεσία θα πρέπει να γίνουν πιο συχνές και να καλύπτουν όλα τα αντικείμενα λειτουργίας των ΔΟΥ. Εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις, αριθμός ελέγχων, ύψος βεβαιωθέντων φόρων, ύψος εισπραχθέντων εσόδων, ληξιπρόθεσμες οφειλές, διαγραφές κ.λπ. θα πρέπει κάθε μήνα να αποστέλλονται ηλεκτρονικά στην κεντρική υπηρεσία. Η κεντρική υπηρεσία θα πρέπει με κατάλληλο λογισμικό να παρακολουθεί συνεχώς και να αξιολογεί μηνιαίως τις επιδόσεις της κάθε ΔΟΥ (συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων διαφθοράς).

(xvi) Τέλος, ο χρόνος που απαιτείται για την εκδίκαση φορολογικών υποθέσεων θα πρέπει να μειωθεί σημαντικά και να μην υπερβαίνει τους 3 έως 5 μήνες, έναντι πολλών ετών (ή και δεκαετίας) που απαιτούνται σήμερα. Ένας τρόπος θα ήταν η ίδρυση μικρού αριθμού (6-7) ειδικών φορολογικών δικαστηρίων που θα ασχολούνται αποκλειστικά με φορολογικές υποθέσεις. Επιπλέον, η νομική εκπροσώπηση του Δημοσίου θα πρέπει να αναβαθμιστεί.

Για παράδειγμα, οικονομικός επιθεωρητής που διενήργησε έρευνα σε υπόθεση επ’ αυτοφόρω σύλληψης εφοριακών υπαλλήλων για δωροδοκία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι “…με τα υφιστάμενα στοιχεία, είναι αδύνατον να εξαγάγει ασφαλή συμπεράσματα…” και ότι “….αυτά θα εξαχθούν μετά την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας.” Τελικά οι υπάλληλοι καταδικάστηκαν από το δικαστήριο.

Σύμφωνα με πρόσφατο σχόλιο του κ. Γεωργακόπουλου, Γενικού Γραμματέα Φορολογικών Υποθέσεων του Υπουργείου Οικονομικών, το Δημόσιο χάνει τις περισσότερες φορολογικές υποθέσεις που φθάνουν στα δικαστήρια, διότι η νομική εκπροσώπηση του Δημοσίου δεν είναι ικανοποιητική. Έτσι χάνονται για το Δημόσιο φορολογικά έσοδα δισεκατομμυρίων ευρώ (βλ. Ημερησία, 14 Ιουλίου 2010, σελ. 8).

Το Υπουργείο Οικονομικών εξετάζει διάφορους τρόπους για την επίσπευση της εκδίκασης των φορολογικών υποθέσεων, στο πλαίσιο νομοσχεδίου που καταρτίζεται από κοινού με το Υπουργείο Δικαιοσύνης .

Τελευταία τροποποίηση στις 26/10/2010 - 20:29