Οι νέοι κανόνες, γνωστοί ως Fundamental Review of the Trading Book (FRTB), βρέθηκαν επί μακρόν στο επίκεντρο έντονων συζητήσεων και αντιδράσεων από τον τραπεζικό κλάδο. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξέφραζαν φόβους ότι η εφαρμογή τους θα τις έφερνε σε μειονεκτική θέση έναντι ανταγωνιστών τους σε άλλες αγορές, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για να αντιμετωπίσει αυτές τις ανησυχίες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε νωρίτερα φέτος έναν μηχανισμό που επιτρέπει την τυπική εφαρμογή των κανόνων, διατηρώντας παράλληλα ίσους όρους ανταγωνισμού με τις αμερικανικές τράπεζες. Βασικό εργαλείο αποτελεί ένας «τραπεζικός πολλαπλασιαστής» (bank-based multiplier), ο οποίος θα περιορίζει για τρία χρόνια την επίπτωση των νέων κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Με τη σημερινή της απόφαση, η Κομισιόν φιλοδοξεί να δώσει μια οριστική λύση, προστατεύοντας προσωρινά τις ευρωπαϊκές τράπεζες από αυστηρότερους κανόνες για τα χαρτοφυλάκια συναλλαγών σε σχέση με εκείνους που ισχύουν για τους ανταγωνιστές τους στη Wall Street, όπως αναφέρει το Bloomberg.
Το νέο καθεστώς αφορά κυρίως τις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες με σημαντική δραστηριότητα στις αγορές, όπως η Deutsche Bank και η BNP Paribas, οι οποίες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αυξημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις για ορισμένες δραστηριότητές τους.
Η Επίτροπος Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της ΕΕ, Maria Luís Albuquerque, δήλωσε ότι τα «στοχευμένα και χρονικά περιορισμένα μέτρα» θα συμβάλουν στη διατήρηση ίσων όρων ανταγωνισμού στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, ενώ παράλληλα επιβεβαιώνουν τη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πρότυπα της Βασιλείας.
Οι προτάσεις θα εξεταστούν πλέον από τα κράτη-μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με στόχο να τεθούν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.
Παραμένει, ωστόσο, αβέβαιο αν οι αλλαγές θα ικανοποιήσουν πλήρως τις τράπεζες, οι οποίες ζητούν μόνιμη εξαίρεση από ορισμένες διατάξεις του νέου πλαισίου.
Σε μια ένδειξη ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό, η Albuquerque υπογράμμισε ότι τα μέτρα προσφέρουν μεν βεβαιότητα στις ευρωπαϊκές τράπεζες, αλλά ταυτόχρονα δίνουν στην ΕΕ τον απαραίτητο χρόνο για να παρακολουθήσει τις εξελίξεις σε άλλες μεγάλες αγορές και να αποφασίσει ποια θα πρέπει να είναι η μακροπρόθεσμη στρατηγική της.





