Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), το μεγαλύτερο βάρος αυτών των επιπτώσεων πλήττει κυρίως τα παιδιά κάτω των πέντε ετών.
Όπως επισημαίνει ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεέσους, σε ανακοίνωση που δόθηκε στη δημοσιότητα ενόψει της Παγκόσμιας Ημέρας Ασφάλειας Τροφίμων (7 Ιουνίου), «η ασφάλεια των τροφίμων δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια: αφορά κάθε γεύμα, κάθε οικογένεια, κάθε ημέρα».
Η ανάλυση του οργανισμού, η οποία εξέτασε 42 διαφορετικούς κινδύνους που σχετίζονται με τα τρόφιμα σε 194 χώρες την περίοδο 2000-2021, εκτιμά ότι περίπου 866 εκατομμύρια άνθρωποι νοσούν κάθε χρόνο από ασθένειες που συνδέονται με την κατανάλωση επικίνδυνων τροφίμων, εκ των οποίων περίπου 1,5 εκατομμύριο καταλήγουν.
Ιδιαίτερα ευάλωτα εμφανίζονται τα παιδιά κάτω των πέντε ετών, καθώς ο κίνδυνος να νοσήσουν από τροφιμογενείς ασθένειες είναι σχεδόν τριπλάσιος συγκριτικά με μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.
Οι πληθυσμοί που κινδυνεύουν περισσότερο
Παρότι συνολικά το παγκόσμιο φορτίο ασθενειών που σχετίζονται με μη ασφαλή τρόφιμα έχει μειωθεί από το 2000, εξακολουθούν να παρατηρούνται σημαντικές περιφερειακές ανισότητες. Οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις καταγράφονται στην Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ασία, όπου συγκεντρώνεται σχεδόν το 75% των κρουσμάτων και περίπου το 60% των θανάτων παγκοσμίως.
Οι περισσότερες ασθένειες οφείλονται σε βιολογικούς παράγοντες, όπως βακτήρια, ιοί και παράσιτα, με περίπου 860 εκατομμύρια περιστατικά το 2021 να σχετίζονται με τέτοιου είδους μολύνσεις. Αντίθετα, η έκθεση σε επικίνδυνες χημικές ουσίες συνδέεται με δυσανάλογα υψηλό αριθμό θανάτων.
Μεταξύ των χημικών παραγόντων, το ανόργανο αρσενικό (42%) και ο μόλυβδος (31%) ευθύνονται για το μεγαλύτερο ποσοστό θνησιμότητας, κυρίως λόγω της αυξημένης πιθανότητας εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου που σχετίζονται με την έκθεση σε αυτές τις ουσίες.
Η Γιούκι Μινάτο, αρμόδια του ΠΟΥ για την ασφάλεια τροφίμων, σημείωσε ότι τα δεδομένα δείχνουν πως οι ασθένειες που συνδέονται με την κατανάλωση μη ασφαλών τροφίμων όχι μόνο παραμένουν, αλλά επιδεινώνονται, λόγω της κλιματικής αλλαγής που αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης, καθώς και της μικροβιακής αντοχής που καθιστά δυσκολότερη την αντιμετώπιση των λοιμώξεων.
Πέρα από τις επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, ο ΠΟΥ εκτιμά ότι οι τροφιμογενείς ασθένειες οδηγούν επίσης σε τεράστιες οικονομικές απώλειες, με τη μείωση της παραγωγικότητας να κοστίζει περίπου 647 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως.
Ο γενικός διευθυντής του οργανισμού υπογράμμισε ότι, αν και οι ανθυγιεινές τροφές αποτελούν διαχρονικό ζήτημα δημόσιας υγείας, μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε ολοκληρωμένη εικόνα του πραγματικού ανθρώπινου και οικονομικού κόστους τους, κάτι που -όπως είπε- αλλάζει πλέον τα δεδομένα.






