Σύμφωνα με τον κ. Σιούφα, «από τα νέα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος προκύπτουν οι ακόλουθες διαπιστώσεις:
Πρώτον, ο ετήσιος πληθωρισμός τον Ιούνιο του 2007 διαμορφώθηκε στο 2,6%, έναντι 3,2%, 3,3%, 2,8%, 3,8%, 3,3% και 3,9% τον αντίστοιχο μήνα των προηγούμενων χρόνων 2006, 2005, 2004, 2003, 2002 και 2001.
Δεύτερον, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός τον ίδιο μήνα διαμορφώθηκε στο 2,9%, έναντι 3,5%, 3,2%, 3,1%, 3,6%, 3,5% και 3,5% τον αντίστοιχο μήνα των ετών 2006, 2005, 2004, 2003, 2002 και 2001. Δηλαδή, είναι κι εκείνος στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας επταετίας.
Τρίτον, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός παρέμεινε στα επίπεδα του περασμένου Απριλίου και Μαΐου, δηλαδή στο 2,6%, έναντι 3,4%, 3,2%, 3%, 3,6%, 3,6% και 4,5% τον αντίστοιχο μήνα των ετών 2006, 2005, 2004, 2003,2002 και 2001. Είναι κι αυτός στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων επτά χρόνων.
Τέταρτον, από τα 70 αγαθά και υπηρεσίες που είναι τα πλέον αντιπροσωπευτικά για τη διαμόρφωση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και, συνεπώς, έχουν βαρύνουσασημασία για το καλάθι της νοικοκυράς, τα 36 παρουσιάζουν μεταβολές τιμών χαμηλότερες από τον αντίστοιχο πληθωρισμό (2,6%), ενώ τον Ιούνιο του 2003 από τα 70 αυτά αγαθά και υπηρεσίες μόνο τα 23 παρουσίαζαν μεταβολές τιμών κάτω από τον αντίστοιχο πληθωρισμό, που ήταν μάλιστα 3,8%.
Πέμπτον, και τα 30 αγαθά και υπηρεσίες, που είναι συνεχώς στην επικαιρότητα με τις γνωστές προαναγγελίες για «κύμα ανατιμήσεων», παρουσιάζουν τον Ιούνιο του 2007 μεταβολές τιμών που είναι σαφώς μικρότερες από τις αντίστοιχες του Ιουνίου του 2003.
Επαναλαμβάνουμε ότι όλες αυτές οι διαπιστώσεις δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχει ακρίβεια. Ακρίβεια υπάρχει, παρακολουθείται και καταβάλλεται προσπάθεια να συγκρατηθούν τιμές, παρά τη δυσμενή επίδραση των υψηλών τιμών καυσίμων, που εξακολουθεί να επηρεάζει αυξητικά το κόστος παραγωγής, όπως επισημαίνεται στην Έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2006, σελίδα 156: «Η μεγάλη άνοδος της τιμής του πετρελαίου το 2005 και τους πρώτους επτά μήνες του 2006 εξακολουθεί να επηρεάζει αυξητικά, με χρονική υστέρηση, το κόστος παραγωγής».
Εφαρμόζουμε ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης. Επιλέγουμε πολιτικές που ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και επισπεύδουν την πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη. Που βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα. Που κάνουν την Ελλάδα ανταγωνιστική, με ποιότητα και ισχυρή παρουσία στις αγορές του κόσμου. Που ενισχύουν την ανάπτυξη και την επιχειρηματικότητα. Τα αποτελέσματα γίνονται κάθε μέρα απτά και αισθητά. Ήδη από έρευνα της ICAP προκύπτει ότι από το 2005 ξεκίνησε η τάση αύξησης του αριθμού των νέων ΑΕ και ΕΠΕ. Το 2006 ιδρύθηκαν 4.581 νέες ΑΕ και ΕΠΕ, με τον εντονότερο ρυθμό αύξησης μετά το 2000 (10,7% έναντι 0,6%, -8,2%, -0,6%, -8,2% και 6,3% τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005 αντίστοιχα)».



