Την ίδια στιγμή, η γερμανική κυβέρνηση προωθεί αλλαγές στο πλαίσιο του χρόνου εργασίας, με κατεύθυνση τη μεγαλύτερη ευελιξία στα ωράρια – μια πολιτική που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την DGB.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το 53% των εργαζομένων θα ήθελε μείωση των ωρών εργασίας. Στους άνδρες που έχουν παιδιά το ποσοστό αυτό είναι ακόμη υψηλότερο, φτάνοντας το 63%.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι οι άνδρες εργάζονται κατά μέσο όρο 37,1 ώρες την εβδομάδα, ενώ οι γυναίκες 30,8 ώρες. Αυτό συνδέεται και με το γεγονός ότι όσοι έχουν παιδιά συχνά δεν διαθέτουν αρκετό χρόνο για να συμμετέχουν στη φροντίδα και την ανατροφή τους.
Όταν οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν πόσο συχνά αισθάνονται «άδειοι και εξαντλημένοι» μετά τη δουλειά, το 29% των ανδρών απάντησε ότι αυτό συμβαίνει συχνά ή πολύ συχνά, ενώ στις γυναίκες το ποσοστό ανεβαίνει στο 40%.
Η κυβέρνηση της Γερμανίας επιδιώκει να αυξήσει την ευελιξία στον χρόνο εργασίας, εξετάζοντας την αντικατάσταση του ημερήσιου ορίου των οκτώ ωρών με ένα εβδομαδιαίο μέγιστο όριο, με στόχο –όπως υποστηρίζεται– την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.
Πρόσφατα, η πολιτικός της CDU, Γκίτα Κόνεμαν, υποστήριξε την αναπροσαρμογή του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία και δυνατότητα εργασίας όταν υπάρχει ανάγκη, ακόμη και τα Σαββατοκύριακα ή τη νύχτα.
Από την πλευρά της, η ομοσπονδιακή υπουργός Εργασίας Μπέρμπελ Μπας (SPD) έχει ανακοινώσει ότι μέσα στον Ιούνιο θα παρουσιαστεί σχετικό νομοσχέδιο για τον χρόνο εργασίας. Στο συνέδριο της DGB στα μέσα Μαΐου είχε δηλώσει ότι, προσωπικά και για το κόμμα της, δεν θα επιθυμούσαν να υπάρξουν αλλαγές στο συγκεκριμένο ζήτημα, ωστόσο αυτό προβλέπεται από τη συμφωνία κυβερνητικού συνασπισμού.
Μετά το συνέδριο της DGB ακολούθησαν επικρίσεις από τη CDU προς τα συνδικάτα. Ο καγκελάριος Μερτς (CDU) έχει στηρίξει τις μεταρρυθμίσεις, αν και μέρος του κοινού τον αποδοκίμασε με γιουχαΐσματα. Στο πλαίσιο της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας, οι εκπρόσωποι του κυβερνητικού συνασπισμού σχεδιάζουν συναντήσεις με συνδικάτα και εργοδότες στην Καγκελαρία. Μέχρι τη θερινή διακοπή των εργασιών αναμένεται να έχει διαμορφωθεί ένα μεταρρυθμιστικό πακέτο που θα αφορά τη φορολογία, την αγορά εργασίας, τις συντάξεις και τη μείωση της γραφειοκρατίας.
Η αντιπρόεδρος της DGB, Έλκε Χάνακ, ασκεί κριτική στα κυβερνητικά σχέδια, υποστηρίζοντας ότι αγνοούν την πραγματική κατάσταση των εργαζομένων που έχουν οικογένειες.
Όπως αναφέρει, όταν οι εργαζόμενοι φτάνουν σε σημείο υπερκόπωσης, αυτό δεν οδηγεί σε μεγαλύτερη ανάπτυξη, αλλά σε αύξηση των αναρρωτικών αδειών και των εργατικών ατυχημάτων. Αντίθετα, θεωρεί ότι η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να ενισχυθεί μέσα από κίνητρα προς τους εργαζομένους και μέσω της προστασίας της υγείας τους.
Παράλληλα, τονίζει ότι είναι σημαντικό οι εργαζόμενοι να έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή στον καθορισμό του ωραρίου τους, ιδιαίτερα οι γυναίκες που συχνά επωμίζονται μεγαλύτερο βάρος από τις οικιακές υποχρεώσεις και τη φροντίδα των παιδιών. Επίσης, υπογραμμίζει την ανάγκη για σταθερό και προβλέψιμο ωράριο, αντί για ένα σύστημα που καθορίζεται κυρίως από τον εργοδότη.



