Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Τζόρτζια Μελόνι έχουν αποστείλει ξεχωριστές επιστολές προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ζητώντας πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο προκειμένου τα κράτη-μέλη να μπορούν να αντιμετωπίσουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος χωρίς οι σχετικές παρεμβάσεις να προσκρούουν στους περιορισμούς των ευρωπαϊκών κανόνων.
Η Αθήνα προτείνει ειδικότερα να μπορούν να εξαιρούνται από τον υπολογισμό των καθαρών δαπανών τα προσωρινά μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Παράλληλα, ζητά να επιτραπεί στα κράτη-μέλη να αξιοποιούν μέρος των πρόσθετων φορολογικών εσόδων που δημιουργούνται εξαιτίας της ανόδου των τιμών, και ιδίως του ΦΠΑ, ώστε αυτά να επιστρέφουν στην οικονομία μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ανάλογη, αλλά όχι ταυτόσημη, είναι η παρέμβαση της Ρώμης. Η ιταλική κυβέρνηση ζητά να λαμβάνεται υπόψη ο πληθωρισμός κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του ιταλικού προϋπολογισμού με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, ενώ η Μελόνι υποστηρίζει επίσης ότι τα πρόσθετα φορολογικά έσοδα από την άνοδο των τιμών θα πρέπει να μπορούν να επιστρέφουν στην οικονομία μέσω προσωρινών και στοχευμένων μέτρων για τον περιορισμό του ενεργειακού κόστους.
Το «φρένο» της Κομισιόν
Η απάντηση των Βρυξελλών στα δύο αιτήματα δεν προμηνύει, τουλάχιστον προς το παρόν, μια νέα γενικευμένη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι έχει λάβει τα σχετικά αιτήματα, αλλά υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε χρήση εθνικών ρητρών διαφυγής δεν μπορεί να υπονομεύει τη δημοσιονομική σταθερότητα και τη βιωσιμότητα του χρέους.
Παράλληλα, η Κομισιόν παραπέμπει στα εργαλεία που ήδη βρίσκονται στο ευρωπαϊκό οπλοστάσιο. Συγκεκριμένα, υπάρχει προσωρινή ευελιξία έως 0,6% του ΑΕΠ για ενεργειακές επενδύσεις, ενώ το συνολικό περιθώριο για άμυνα και ενέργεια φτάνει έως το 1,5% του ΑΕΠ.
Η διαφορετική προσέγγιση των Βρυξελλών γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε ό,τι αφορά τη διαχείριση της ίδιας της ενεργειακής ζήτησης. Η Κομισιόν προκρίνει μέτρα που αποσκοπούν στον περιορισμό ή τη μετατόπιση της κατανάλωσης, ιδιαίτερα κατά τις ώρες αιχμής. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται η αξιοποίηση έξυπνων μετρητών και τιμολογίων, ο περιορισμός της θέρμανσης σε δημόσια κτίρια, ο περιορισμός ή η απαγόρευση εξωτερικής θέρμανσης και η απενεργοποίηση περιττού δημόσιου φωτισμού κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που η Αθήνα θεωρεί ανεπαρκή για την κλίμακα της σημερινής κρίσης, καθώς το βάρος δεν μπορεί, όπως υποστηρίζει, να μετακυλίεται αποκλειστικά στην πλευρά της ζήτησης.
Μητσοτάκης: «Δεν λύνουμε ως διά μαγείας το πρόβλημα»
Το ίδιο μήνυμα έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και στην εβδομαδιαία ανάρτησή του, συνδέοντας τις κυβερνητικές παρεμβάσεις στην αγορά καυσίμων με την ανάγκη για ευρωπαϊκή απάντηση στην ενεργειακή αναταραχή.
«Βρισκόμαστε σε μια δύσκολη συγκυρία», σημειώνει ο πρωθυπουργός, επισημαίνοντας ότι στόχος της κυβέρνησης είναι «να μην αφήσουμε μια παγκόσμια κρίση να μετατραπεί σε εθνικό αδιέξοδο για τα ελληνικά νοικοκυριά».
Στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση αυξάνει για τις επόμενες 15 ημέρες την επιδότηση στην αντλία για το ντίζελ κίνησης από τα 10 στα 15 λεπτά, η οποία, μαζί με την έκπτωση από τα διυλιστήρια, φτάνει συνολικά τα 20 λεπτά. Παράλληλα, λίγο πριν από τις 15 Οκτωβρίου αναμένεται να ανακοινωθούν τα μέτρα για το πετρέλαιο θέρμανσης, με στόχο η τιμή να διατηρηθεί κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, ενώ προβλέπεται και οριζόντια αύξηση στο επίδομα θέρμανσης.
Η κυβέρνηση προαναγγέλλει, παράλληλα, επανεξέταση της κατάστασης ανά δεκαπενθήμερο, με τον πρωθυπουργό να αναγνωρίζει ότι τα μέτρα δεν μπορούν να εξαλείψουν το πρόβλημα.
«Ξέρουμε ότι δεν λύνουμε ως δια μαγείας το πρόβλημα, αλλά προσπαθούμε να δώσουμε μια πραγματική ανάσα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, το βασικό μήνυμα της παρέμβασης Μητσοτάκη είναι ότι η ενεργειακή κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο σε εθνικό επίπεδο. Ο πρωθυπουργός επιμένει ότι πρόκειται για «ευρωπαϊκό πρόβλημα» και ότι απαιτούνται κοινές και τολμηρές λύσεις, πέρα από συστάσεις για περιορισμό της κατανάλωσης.
Η δεύτερη, μεγαλύτερη μάχη: ο προϋπολογισμός της ΕΕ
Το ενεργειακό μέτωπο, ωστόσο, ανοίγει σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ώρα που οι κυβερνήσεις ζητούν μεγαλύτερο χώρο για να αντιμετωπίσουν μια νέα κρίση, βρίσκεται σε εξέλιξη η διαπραγμάτευση για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034.
Η εξίσωση είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Η Ευρώπη καλείται να αυξήσει σημαντικά τις δαπάνες για την άμυνα, την ώρα που τα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν την ανάγκη περιορισμού των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αυτό δημιουργεί αναπόφευκτα πιέσεις σε άλλες κατηγορίες δαπανών, μεταξύ των οποίων και οι κοινωνικές πολιτικές.
Στο ίδιο πλαίσιο, παραμένει η διαφωνία για το ενδεχόμενο μιας νέας κοινής έκδοσης χρέους στα πρότυπα του Ταμείου Ανάκαμψης. Τα κράτη του Βορρά εμφανίζονται απρόθυμα να επαναλάβουν ένα μοντέλο κοινής χρηματοδότησης, ενώ η Γερμανία, ως ένας από τους βασικούς χρηματοδότες του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, πιέζει για περιορισμό της δικής της σχετικής επιβάρυνσης, επικαλούμενη και τις αυξημένες εσωτερικές της ανάγκες.
Η επιδίωξη είναι οι βασικές εκκρεμότητες για τον προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034 να κλείσουν όσο το δυνατόν νωρίτερα, πριν η Ευρώπη εισέλθει στην τελική ευθεία των γαλλικών προεδρικών εκλογών. Ο πολιτικός παράγοντας στη Γαλλία καθιστά την εικόνα ακόμη πιο σύνθετη, καθώς οι ευρωπαϊκές ισορροπίες ενδέχεται να επηρεαστούν σημαντικά από το αποτέλεσμα και την ενίσχυση της ακροδεξιάς. Ως εκ τούτου Ευρωπαίοι ηγέτες επιθυμούν να κλειδώσουν την εκκρεμότητα του μεσοπρόθεσμου όσο γίνεται ταχύτερα.
Η δύσκολη εξίσωση για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα παραμένει σε σημαντικό βαθμό εξαρτημένη από ευρωπαϊκούς πόρους, τόσο μέσω των διαρθρωτικών και αναπτυξιακών ταμείων όσο και μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Υπό αυτό το πρίσμα, το αποτέλεσμα είναι μια διπλή διαπραγμάτευση: βραχυπρόθεσμα, για τον δημοσιονομικό χώρο που απαιτεί η αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, και μεσοπρόθεσμα, για το ύψος και την κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων μετά το 2027.
Η Αθήνα επιχειρεί, έτσι, να εξασφαλίσει χώρο για να στηρίξει την οικονομία σήμερα, την ώρα που καλείται να διασφαλίσει ότι δεν θα περιοριστούν οι ευρωπαϊκοί πόροι από τους οποίους εξαρτάται σημαντικό μέρος της αναπτυξιακής της στρατηγικής αύριο. Και αυτή είναι ίσως η δυσκολότερη εξίσωση που έχει μπροστά της η ελληνική κυβέρνηση μέσα σε μια Ευρώπη που βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με περισσότερες ανάγκες και λιγότερα δημοσιονομικά περιθώρια.





