Σύμφωνα με μετάδοση των Financial Times, ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι απέστειλαν ξεχωριστές επιστολές στην πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ζητώντας μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων.
Η Αθήνα ζητεί να μπορούν να εξαιρούνται από τον υπολογισμό των καθαρών δαπανών τα «προσωρινά μέτρα» που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης προτείνει να επιτρέπεται στα κράτη-μέλη να αξιοποιούν μέρος των πρόσθετων φορολογικών εσόδων που προκαλεί η άνοδος των τιμών, προκειμένου να χρηματοδοτούν στοχευμένες παρεμβάσεις για την ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Η ελληνική κυβέρνηση τάσσεται επίσης κατά της λογικής περιορισμού της ενεργειακής ζήτησης ως βασικού εργαλείου αντιμετώπισης της κρίσης, με τον πρωθυπουργό να χαρακτηρίζει μια τέτοια προσέγγιση «μη πολιτικά αποδεκτή».
Από την πλευρά της, η Ρώμη ζητεί να συνυπολογίζεται ο πληθωρισμός κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του ιταλικού προϋπολογισμού με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Η Μελόνι υποστηρίζει ότι τα πρόσθετα φορολογικά έσοδα που προκύπτουν από την άνοδο των τιμών θα πρέπει να μπορούν να επιστρέφουν στην οικονομία μέσω προσωρινών και στοχευμένων μέτρων για τον περιορισμό του ενεργειακού κόστους.
Το αίτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της δημοσιονομικής κατάστασης της Ιταλίας. Το έλλειμμα αναμένεται να υποχωρήσει φέτος κάτω από το 3% του ΑΕΠ, ενώ η ανάπτυξη προβλέπεται στο 1%. Για το 2027, ωστόσο, το έλλειμμα εκτιμάται στο 3,4%, καθώς η Ρώμη σχεδιάζει να αξιοποιήσει την εθνική ρήτρα διαφυγής για ενεργειακές και αμυντικές δαπάνες.
Εφόσον εγκριθεί, το πρόσθετο δημοσιονομικό περιθώριο εκτιμάται σε περίπου 29 δισ. ευρώ για το 2027 και το 2028. Την ίδια στιγμή, το ιταλικό δημόσιο χρέος αναμένεται να κορυφωθεί στο 138,5% του ΑΕΠ το 2027, ξεπερνώντας τότε το ελληνικό ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η συζήτηση στις Βρυξέλλες παραμένει δύσκολη, καθώς Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι μια περαιτέρω χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις στις αγορές. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τις δύο χώρες, λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους και της ανάγκης να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών εν μέσω του νέου ενεργειακού σοκ.







