Ο επόμενος επταετής προϋπολογισμός της ΕΕ θα καλύψει την περίοδο 2028-2034, με τα κράτη-μέλη να επιδιώκουν να καταλήξουν έως το τέλος του έτους σε συμφωνία για τις προτεραιότητες και τα ανώτατα όρια των δαπανών, όπως σημειώνει το CNBC.
Το καλοκαίρι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την πρότασή της για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (MFF), συνολικού ύψους σχεδόν 2 τρισ. ευρώ.
Σε επιστολή τους προς τον Ιρλανδό πρωθυπουργό Μίχολ Μάρτιν και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, οι ηγέτες της Γερμανίας, της Δανίας, της Ολλανδίας, της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας υπογραμμίζουν ότι η πρόταση της Κομισιόν «θα πρέπει να μειωθεί κατά αρκετές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ».
Η Ιρλανδία ασκεί αυτή την περίοδο την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι έξι ηγέτες επισημαίνουν ότι οι χώρες τους καλύπτουν σχεδόν το 40% των συνολικών συνεισφορών των κρατών-μελών στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
«Παρότι οι καθαροί συνεισφέροντες αποτελούν μειοψηφία, επωμίζονται περίπου τα τρία τέταρτα του συνολικού χρηματοδοτικού βάρους», αναφέρουν.
Ωστόσο, ξεκαθαρίζουν ότι η επερχόμενη διαπραγμάτευση «είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια συζήτηση για χρήματα».
Η Ευρώπη επιταχύνει την αμυντική της θωράκιση
«Αφορά τις πολιτικές προτεραιότητες και το κατά πόσο μπορούμε να επιτύχουμε τον κοινό στόχο που έχουμε θέσει: μια ισχυρή και κυρίαρχη Ευρώπη σε έναν αβέβαιο κόσμο», αναφέρουν στην επιστολή τους.
Για να επιτευχθεί αυτό, υποστηρίζουν, το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο «πρέπει να μεταρρυθμιστεί εκ βάθρων. Πρέπει να κάνουμε επιλογές».
Οι έξι κυβερνήσεις ζητούν να δοθεί προτεραιότητα στη χρηματοδότηση της άμυνας, της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας, καθώς και στην αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης.
Η Ευρώπη βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση να ενισχύσει τις αμυντικές της δαπάνες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει καλέσει επανειλημμένα τους Ευρωπαίους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη δική τους ασφάλεια.
Τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ —στην πλειονότητά τους ευρωπαϊκές χώρες— έχουν ήδη δεσμευτεί να αυξήσουν τις εθνικές αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει σημαντική αύξηση των κονδυλίων για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Η Γερμανία, από την πλευρά της, αναμόρφωσε πέρυσι τους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες του λεγόμενου «φρένου χρέους», ανοίγοντας τον δρόμο για μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες.
Νωρίτερα φέτος, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποίησε ότι η νέα εποχή αυξημένων αμυντικών προϋπολογισμών θα υποχρεώσει σύντομα τις κυβερνήσεις να βρεθούν αντιμέτωπες με δύσκολες επιλογές για το πού θα γίνουν περικοπές ώστε να χρηματοδοτηθεί η άμυνα – το γνωστό δίλημμα «κανόνια ή βούτυρο».
Στο επίκεντρο και τα δημοσιονομικά ελλείμματα
Η κοινή επιστολή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένο κόστος κρατικού δανεισμού, επίμονο πληθωρισμό, αναιμική ανάπτυξη και διογκούμενα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Η Γαλλία, για παράδειγμα, καλείται να προχωρήσει σε δραστική περιστολή των δαπανών της, ώστε να μειώσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα από το 5,1% του ΑΕΠ προς το όριο του 3% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες.
Οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική πολιτική της Γαλλίας έχουν οδηγήσει τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων της – των γνωστών OAT – σε υψηλά πολλών δεκαετιών, καθιστώντας το κόστος δανεισμού της χώρας ένα από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών του G7.
Η Αυστρία και η Φινλανδία, δύο από τις έξι χώρες που υπογράφουν την επιστολή, βρίσκονται ήδη υπό τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της ΕΕ, έναν μηχανισμό που αποσκοπεί στο να υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να επαναφέρουν ή να διατηρούν δημοσιονομική πειθαρχία.
Το 2025, το έλλειμμα της Αυστρίας ανήλθε στο 4,2% του ΑΕΠ, ενώ της Φινλανδίας στο 3,4%.
Στη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος βρίσκονται επίσης, μεταξύ άλλων, η Ιταλία, η Γαλλία, η Πολωνία και το Βέλγιο.
Οι έξι ηγέτες επιμένουν ότι, όποιος κι αν είναι ο μηχανισμός χρηματοδότησης που θα επιλεγεί, «ο λογαριασμός τελικά πληρώνεται από τους Ευρωπαίους πολίτες».
Και απορρίπτουν την ιδέα της κοινής ευρωπαϊκής χρηματοδότησης μέσω νέου δανεισμού:
«Ο κοινός δανεισμός δεν μπορεί να είναι η απάντηση. Επομένως, δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε το δύσκολο ερώτημα του συνολικού ύψους του προϋπολογισμού.
Σχεδόν κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ καταβάλλει επίπονες προσπάθειες για τη δημοσιονομική του εξυγίανση. Δεν θα υπάρξει ευρωπαϊκή κυριαρχία χωρίς υγιή δημόσια οικονομικά», τονίζουν.
Οι έξι ηγέτες διευκρινίζουν ότι δεν ζητούν περικοπές σε σχέση με τον υφιστάμενο προϋπολογισμό, ο οποίος ισχύει έως το 2027. Ο επόμενος προϋπολογισμός θα είναι, σε απόλυτους όρους, μεγαλύτερος.
Το πρόβλημα, υποστηρίζουν, είναι ο ρυθμός της αύξησης.
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει ονομαστική αύξηση περίπου 60%. Αυτό απλώς δεν είναι ρεαλιστικό», γράφουν.
«Ούτε οικονομικά. Ούτε πολιτικά. Και ασφαλώς όχι σε μια περίοδο κατά την οποία τα δημόσια οικονομικά αρκετών κρατών-μελών προκαλούν σοβαρές ανησυχίες.»





