Η εταιρεία ανακοίνωσε αυξήσεις που κυμαίνονται από 12% έως 34% για βασικές ειδικότητες του λιμανιού (π.χ. “παπουτσάκια” +25% έως +34%, κουμάντα +17% έως +28%), με τον μέσο όρο να ξεπερνά τα 320 ευρώ μικτά τον μήνα ή 4.500 ευρώ τον χρόνο. Παράλληλα, θεσπίζονται νέες πρόσθετες παροχές για προϋπηρεσία στο ΣΕΜΠΟ (μέχρι +145€/μήνα), bonus νυχτερινής εργασίας (+25€/βάρδια) και οριζόντια αύξηση 100€ σε κάθε εργαζόμενο.
Ας κάνουμε τα μαθηματικά: ένας οδηγός που σήμερα παίρνει περίπου 1.200€, με την προτεινόμενη αύξηση (π.χ. +314€/μήνα ή +4.403€/έτος), φτάνει σχεδόν τα 1.500€/μήνα. Αν προσθέσει κανείς επιδόματα για παιδιά, επαγγελματικά έξοδα, την Edenred κάρτα των 10€/ημέρα, ιδιωτική ασφάλιση και το εφάπαξ 500€, η συνολική ετήσια βελτίωση αγγίζει εύκολα τις 6.000–7.000 ευρώ. Και πάλι όμως, κάποιοι διαμαρτύρονται ότι «δεν είναι αρκετά».
Η ερώτηση καίει: πότε μια αύξηση 25–30% έγινε “μικρή”; Μήπως οι απαιτήσεις ξεπερνούν τα όρια του ρεαλισμού ή μήπως κάποιοι θεωρούν δεδομένη την οικονομική αντοχή της εταιρείας; Η DPort δεν περιορίζεται μόνο στους μισθούς – προχωρά σε μετατροπή 100 συμβάσεων σε πλήρους απασχόλησης, απορροφά εισφορές για τα βαρέα (4,5% πρόσθετη επιβάρυνση) και ενισχύει το κοινωνικό πακέτο με δώρα, laptops, sandwich και πλήρη κάλυψη για άδειες και εκπαιδεύσεις.
Βεβαίως, κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα του εργαζομένου να διεκδικεί καλύτερα. Όμως υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «δικαίως απαιτώ» και στο «ό,τι και να μου δώσεις δεν μου φτάνει». Όταν η συζήτηση γίνεται με επιλεκτική μνήμη και χωρίς να αναγνωρίζεται το σύνολο των παροχών, τότε δεν μιλάμε πια για διαπραγμάτευση, αλλά για άρνηση συναίνεσης.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν «δικαιούμαστε περισσότερα» – είναι αν σε ένα περιβάλλον όπου ο ιδιωτικός τομέας συχνά επιλέγει πάγωμα ή απολύσεις, έχει νόημα να χαρακτηρίζονται γενναίες αυξήσεις ως ανεπαρκείς. Η κοινωνική υπευθυνότητα δεν αφορά μόνο την εργοδοσία. Και η διαφάνεια δεν πρέπει να είναι μονόπλευρη.
Αν τελικά η νέα ΣΣΕ δεν υπογραφεί επειδή κάποιοι θεωρούν «ψίχουλα» τα +344€/μήνα, ίσως πρέπει να ρωτήσουμε κι εμείς: σε ποια αγορά εργασίας αναφέρονται; Και μήπως είναι ώρα να κοιτάξουμε τα νούμερα ψύχραιμα – όχι με θυμό, αλλά με συνείδηση της πραγματικότητας.







