Αυτό δήλωσε ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, από το Βερολίνο την περασμένη Πέμπτη (11/12), προκαλώντας αμηχανία αλλά και εύλογα ερωτήματα. Η Ρωσία δείχνει στην Ουκρανία καθημερινά τις αναθεωρητικές της τάσεις, κλιμακώνοντας τις επιθέσεις της και αρνούμενη να κλείσει έστω και μία προσωρινή εκεχειρία, χωρίς να αποχωρήσουν τα ουκρανικά στρατεύματα από το Ντονμπάς. Το ερώτημα, λοιπόν, που πλανάται είναι αν η Μόσχα είναι πράγματι σε θέση και επιδιώκει να επιτεθεί σε ευρωπαϊκό κράτος του ΝΑΤΟ ή αν πρόκειται για κινδυνολογία.
Ποιοι φοβούνται τη Ρωσία
Ο Ρούτε δεν είναι ο μόνος που προειδοποιεί για την πιθανότητα μίας γενικευμένης σύρραξης με τη Ρωσία. Ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, προειδοποιεί σταθερά τα τελευταία χρόνια για τις επιδιώξεις της Ρωσίας και έχει θέσει ορόσημο το 2028 ή το 2029. Η Δανή πρωθυπουργός, Μέτε Φρέντερικσεν, έχει δηλώσει ότι ζούμε στην πιο επικίνδυνη εποχή μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Πολωνός πρωθυπουργός, Ντόναλντ Τουσκ, κάνει λόγο για τέλος των ψευδαισθήσεων και πιέζει τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη να εντείνουν τις επενδύσεις τους στις αμυντικές δαπάνες. Όμοιες ανησυχίες εκφράζουν τα βαλτικά κράτη, που βλέπουν τη Ρωσία ως υπαρξιακή απειλή. Σχέδια για το ενδεχόμενο γενικευμένης σύρραξης επεξεργάζονται εντατικότερα το τελευταίο διάστημα και οι Βρετανοί.
Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, συμμερίζεται την άποψη αυτή. Σε κομματική εκδήλωση το Σάββατο (13/12) υπογράμμισε ότι «δεν ζούμε σε πόλεμο, αλλά όχι πλέον και μόνο σε ειρήνη». Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι εξίσου ανησυχητική, ωστόσο αποτυπώνει μία πραγματικότητα: οι διπλωματικοί δίαυλοι Ευρώπης–Ρωσίας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτοι, με τις προϋποθέσεις «ξεπαγώματός» τους να απουσιάζουν, με ευθύνη κυρίως της Μόσχας, η οποία έχει καταπατήσει κάθε έννοια διεθνούς δικαίου και διπλωματικής πρακτικής τα τελευταία χρόνια. Η Ρωσία φέρεται να είναι ο κινητήριος μοχλός σε περιστατικά σαμποτάζ και σε υβριδικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, φέρεται να έχει χρηματοδοτήσει πολιτικά πρόσωπα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.
«Δούρειος Ίππος» το ειρηνευτικό σχέδιο
Το timing των προειδοποιήσεων για μία γενικευμένη σύρραξη δεν είναι προφανώς τυχαίο. Συμπίπτει με τις εντατικές διαβουλεύσεις ΗΠΑ–Ρωσίας για το πλαίσιο ενός ειρηνευτικού σχεδίου. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει ευθυγραμμιστεί σε μεγάλο βαθμό με τις απαιτήσεις του ομολόγου του, Βλαντίμιρ Πούτιν. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ερμηνεύουν τις προϋποθέσεις τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία ως συνθηκολόγηση του Κιέβου. Υποστηρίζουν πως η πλήρης εκχώρηση του Ντονμπάς στη Ρωσία θα άνοιγε την πόρτα σε μία νέα εισβολή, τη στιγμή μάλιστα που, υπό τις σημερινές συνθήκες, η Ουκρανία φαίνεται να μένει χωρίς σαφείς εγγυήσεις ασφαλείας. Όπως ανέφερε το Σάββατο (13/12) το Bloomberg, οι Ευρωπαίοι ανησυχούν ότι οι Ρώσοι χρησιμοποιούν το σχέδιο και τη χλιαρή στάση των ΗΠΑ ως Δούρειο Ίππο για να επιτεθούν στην Ευρώπη.
Μπορεί, λοιπόν, η Ρωσία πράγματι να επιτεθεί σε άλλη χώρα πέραν της Ουκρανίας; Αυτό φαντάζει δύσκολο εκ πρώτης όψεως, από τη στιγμή που η Ρωσία δεν έχει καταφέρει να κατακτήσει την Ουκρανία, η οποία δεν είναι καν μέλος του ΝΑΤΟ, και προχωρά αργά στο μέτωπο με τεράστιο υλικό και ανθρώπινο κόστος.
«Διαζύγιο» από τη διπλωματία
Ωστόσο, είναι λογικό οι Ευρωπαίοι να μην εμπιστεύονται τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Υπενθυμίζεται ότι πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, τόσο ο Πούτιν όσο και ο υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, διέψευδαν τις φήμες που ήθελαν τη Μόσχα να σχεδιάζει μαζική εισβολή. Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, και ο πρώην Γερμανός καγκελάριος, Όλαφ Σολτς, είχαν ταξιδέψει λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μόσχα, επιχειρώντας να αποτρέψουν τον Πούτιν, χωρίς αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι η Ρωσία αποκόπηκε, με δική της απόφαση, από την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας δεν αρκούσε στον Πούτιν. Τα εγκλήματα που έχουν καταγραφεί στην Ουκρανία από τα ρωσικά στρατεύματα —είτε μέσω της απαγωγής παιδιών, του θανάτου αμάχων (βλ. Μπούτσα) είτε της χρήσης σεξουαλικής βίας ως εργαλείου πολέμου, όπως έχει καταγραφεί από ανεξάρτητες αρχές του ΟΗΕ— δημιουργούν επίσης σοβαρές αμφιβολίες. Επιπλέον, η οικονομία της Ρωσίας είναι πλέον πλήρως στρατιωτικοποιημένη, γεγονός που οδηγεί σε εκτιμήσεις ότι η Μόσχα επεξεργάζεται σχέδια μίας εκτεταμένης σύγκρουσης.
Άτσαλη επικοινωνία
Όλα αυτά έχουν οδηγήσει τους Ευρωπαίους ηγέτες σε σπασμωδικές κινήσεις και άτσαλες επικοινωνιακές τακτικές. Αυτές επέκρινε, σε παρουσία της σε vidcast του Spiegel, η ερευνήτρια του ΝΑΤΟ Φλορένς Γκάουμπ. Υποστήριξε συγκεκριμένα ότι ένας πόλεμος δεν μπορεί να προβλεφθεί με μαθηματική ακρίβεια, όπως εξάλλου δεν μπορούσε και η πανδημία. Αυτό δεν σημαίνει ότι, αν δεν υλοποιηθούν, για παράδειγμα, μεταρρυθμίσεις της στρατιωτικής θητείας και οι επανεξοπλισμοί έως το 2030, τα ρωσικά στρατεύματα θα έχουν φτάσει μέχρι το Βερολίνο. Παράλληλα, σχολιάζει ότι τέτοιου είδους δηλώσεις δεν πείθουν την κοινή γνώμη. Προτείνει, από την άλλη, ένα διαφορετικό είδος επικοινωνίας, το οποίο να βασίζεται στα αντικειμενικά γεωπολιτικά δεδομένα, εστιάζοντας ωστόσο περισσότερο στο ποια πράγματα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στον κλάδο της άμυνας και ποια θα μπορούσαν να υλοποιηθούν, προβάλλοντας ταυτόχρονα μία γενικότερη θετική ατζέντα. Παραπέμπει στο παράδειγμα της Φινλανδίας, που διαθέτει ένα από τα πιο ολοκληρωμένα συστήματα εφεδρείας και πολιτικής προστασίας.
Συνεπώς, το αν η Μόσχα σκοπεύει να επεκτείνει τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις πέραν της Ουκρανίας δεν είναι κάτι που μπορεί να προβλεφθεί με ακρίβεια. Αυτονόητα, οι εκτιμήσεις των μυστικών υπηρεσιών πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Ωστόσο, η επιβίωση της Ευρώπης ανάμεσα στις Συμπληγάδες του Τραμπ και του Πούτιν δεν θα εξασφαλιστεί ούτε με μονομερή εστίαση στην αύξηση των αμυντικών δαπανών ούτε με δραματικές εκκλήσεις για πολεμική ή αμυντική ετοιμότητα. Χρειάζεται επαναφορά της κοινωνικής συνοχής, αντιμετώπιση δομικών κρίσεων όπως το στεγαστικό, η υγεία και η κλιματική κρίση, καθώς και η γενικότερη προβολή μίας θετικής ατζέντας για το μέλλον. Και σε αυτό το σκέλος οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποτυγχάνουν.





